Αρχή  |  Ο λογαριασμός μου  | Checkout  | Νέοι Τίτλοι  | Newsletter  | Προσφορές  | Επικοινωνία
Αναζήτηση:     Σύνθετη αναζήτηση Καλάθι αγορών: 0 τεμάχια
Κατηγορίες
Τελευταία Νέα
Bestsellers
01.τεύχος 152-153
02.Τεύχος 146
03.τεύχος 119
04.τεύχος 150
05.Σάββατο
Τελευταία Νέα
Αποτελέσματα:  1  2  3  4  5  [Επόμ. >>] 

Το μονόπρακτο Σεβάς Χανούμ η ιστορία μιας ρεμπέτισσας του Γιώργου Χρονάη ιστορία μιας ρεμπέτισσας του ’50 του Γιώργου Χρονά19/01/2012





ΑΓΓΕΛΩΝ ΒΗΜΑ (Θέατρο-Μουσική-Εικαστικά)

Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια

τηλ. 2105242211-213

Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 8.00 μ.μ.



Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ρήγος

Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος (με την συνεργασία της Μαίρης Τσαγκάρη)

Κοστούμια: Ελένη Παπανικολάου (Τα ρούχα του Βασιλιά)

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Μακιγιάζ, μαλλιά: Δημήτρης Δημητρούλης

Βοηθός σκηνοθέτη: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Ρήγος

Ερμηνεύουν: Σεβάς Χανούμ: Κωνσταντίνα Μιχαήλ

                      Δημοσιογράφος: Γιάννης Τσεμπερλίδης

Σχεδιασμός προγράμματος: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς





Η Σεβάς Χανούμ χωρίς προσωπείο



 Σ’ ένα παλιό σπίτι, προσφυγικό, συνάντησα την Σεβάς Χανούμ, την Πρωτομαγιά του 1983, στη Θεσσαλονίκη.  Εμφανίστηκε μπροστά μου και ήταν σαν γυναικείο πρόσωπο σε πίνακα ζωγραφικής του Δημήτρη Λαλέτα. Φορούσε ταγιέρ και ήταν καθαρή, σπάνια. Είχα να κάνω με ένα πνεύμα των μουσών, της μοίρας των ανθρώπων που θέλουν να σου μιλήσουν για τη δόξα, το παρελθόν, το μέλλον∙ την καταστροφή που προς τα κει βαδίζουν σταθερά. Με βαθιά φωνή, μες σε καπνούς, δίπλα στον καφέ που μου σέρβιρε, μου μίλησε, διάφορες νύχτες, για την ζωή της, το πάθος της για το ρεμπέτικο. Το ’50, ’60, ’70 πέρναγαν από μπροστά μου. Η Νίνου, η Μπέλλου, ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Μπιθικώτσης… συνομιλητές της.  Η Ελλάδα του Βορρά, οι άνθρωποι του τραγουδιού, η πλατεία Ομονοίας, Βάθης όλα για το τραγούδι, το χαμό της. Οι έρωτές της, ο Καζαντζίδης, η μάνα του, ο παρολίγον γάμος τους, η αρρώστιά της, τα βάσανά της, το παιχνίδι με τον θάνατο. Ένα γνήσιο ποιητικό πρόσωπο μου άνοιγε την καρδιά του. Κι εγώ έκανα το πορτραίτο του μες σε φωτιές και συντρίμμια μιας ζωής που κυλάει αδιάφορη αφήνοντας τα πλάσματά της στην άκρη.

Μέσα σε τάφο βαθύ, χωρίς οίκτο.



                                                                                                                 Γιώργος Χρονάς      





ΘΩΠΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ Από τον Βασίλη Ζηλάκο26/12/2011


Jean – Luc Marion


Επιπροσθέτως


Φαινομενολογία και Θεολογία


Εις.-Μτφρ. Γιώργος Γρηγορίου


Εκδόσεις Πόλις, σ.330,


 


ΘΩΠΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ


ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ


 


Από τον Βασίλη Ζηλάκο


 


Μ’ όλα τα μάτια της κοιτά η πλάση/το Ανοιχτό./Μόνον τα δικά μας τα μάτια λες/κι ανεστραμμένα είναι κι εντελώς την περιβάλλουν/σαν παγίδες γύρω απ’την ελεύθερη της έξοδο.


 


R.M. Rilke, Duineser Elegien, μτφρ. Σ. Σελαβής


 


 


Ο Ζαν-Λυκ Μαριόν είναι ο επιφανέστερος σήμερα εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους φιλοσόφους της εποχής μας. Γεννήθηκε το 1946 και είναι μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, όπου διαδέχτηκε τον Emmanuel Levinas ,και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου διαδέχτηκε τον Paul Ricoeur. Eπίσης είναι διευθυντής του Κέντρου Καρτεσιανών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης και πρόεδρος του Ινστιτούτου Φιλοσοφικών σπουδών «Enrico Casteli». Tα ενδιαφέροντα του περιστρέφονται γύρω από την ιστορία της φιλοσοφίας και πιο συγκεκριμένα γύρω απο την καρτεσιανή σκέψη. Επιπλέον, ασχολείται με τη θεολογία την οποία αντιμετωπίζει ως προνομιακό συνομιλητή της φιλοσοφίας και αναγκαίο ορίζοντά της κάθε φορά που αυτή εκθέτει τον εαυτό της στα όρια της. Βλέπει, τέλος, τη φαινομενογία ως τη μη δογματική εκείνη μέθοδο που περιγράφει τα φαινόμενα και αποπειράται συγχρόνως να αναδείξει όσα παραμένουν αφανή παρά την ορθολογικότητά τους. Ο ίδιος εντάσσει τον εαυτό του στην κλασσική σχολή της φαινομενολογίας, αλλά πιστεύει ότι διευρύνει τη δίοδο που άνοιξε ο Husserl και συνέχισε ο Heidegger. Το ανά χείρας βιβλίο δίνει στους αναγνώστες την αφορμή να εξετάσουμε τη συνεισφορά του στον τομέα αυτόν της φολοσοφίας, και να δούμε πως ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τη θεολογία.


Το βιβλίο είναι η συνέχιση και η ολοκλήρωση μιας τριλογίας όπου ο Μαριόν επωμίζεται και εξετάζει την θέση ότι η μοναδική προσέγγιση που επιτρέπει την πραγματωση του χουσερλιανού στόχου για επιστροφή «στα ίδια τα πράγματα», είναι εκείνη που ξεκινάει από την δωρεά του φαινομένου. Τα βιβλία αυτά φέρουν τους τίτλους Reduction et donation, recherches sur Husserl, Heidegger et la phenomenologie και Εtant donne. To πρώτο κυκλοφόρησε το 1989 ενώ το δεύτερο με διαφορά εννέα χρόνων, το 1997.


Η κριτική προσέγγιση του Μαριόν στις δύο αυτές πραγματείες σχετίζεται με την φαινομενολογική αναγωγή, την κίνηση δηλαδή από τη φυσική στη φαινομενολογική στάση, που προτάσσει τον περιορισμό της αποβλεπτικότητας μας από όλα ανεξαιρέτως τα πράγματα στον κόσμο σε μία στόχευση που επικεντρώνεται αυστηρώς και μόνο στην ίδια την αποβλεπτική μας ζωή με τα σύστοιχα αντικείμενα της και τον σύστοιχο κόσμο της.


Ο Μαριόν ισχυρίζεται ότι τόσο ο Χούσερλ όσο και ο Χάιντεγγερ απέτυχαν να αναπτύξουν μια φαινομενολογία της επιστροφής στα ίδια τα πράγματα γιατί ενώ κάθε μορφή συγκρότησης απο ένα υποκείμενο προ’υ’ποθέτει την εμφάνιση του φαινομένου, στην πράξη τα συγκροτημένα αντικείμενα όντα και αντικείμενα του κόσμου μας δεν είναι παρά επελεύσεις του ανάγοντος υποκειμένου.


Καθώς ο Χούσερλ άνοιξε με τη φαινομενολογία του ένα δρόμο πέραν της μεταφυσικής, μέσω της αναγωγής των αντικειμένων στο υπερβατολογικό Εγώ (πρωταρχική αντικειμενικότητα), και ο Χάιντεγγερ επαναπροσδιόρισε τα όντα στο Dasein , ο Μαριόν έτσι διερωτάται για τη δυνατότητα μιας αναγωγής πέρα από την αντικειμενικότητα και τον ορίζοντα του είναι, σε μια προοπτική ή έσχατη μορφή αναγωγής που θα πραγματώνεται «ως δωρεά-ανώνυμη, και που έχει να κάνει με τα πράγματα του καθαρού δοσμένου,» που με αυτόν τον τρόπο καθιστά δυνατή την αντικειμενικότητα και την οντικότητα. Με άλλά λόγια, θεωρεί ότι η φαινομενικότητα κάθε φαινομένου δεν είναι αποτέλεσμα μια αιτίας αλλά πραγματοποίειται μέ και μέσα στη δωρεά του στην εποπτεία. Το αξίωμα του είναι: «όση αναγωγή τόση δωρεά.» Πώς όμως καταδεικνύει το αξίωμα αυτό μέσα στα ίδια τα πράγματα;


Στο Etant donne συγκροτεί μια νέα κατηγορία φαινομένων, μια κατηγορία σε αντιπαλότητα προς τα κοινά φαινόμενα, αυτή των κορεσμένων φαινομένων. Τα φαινόμενα τούτα έχουν κορεστει από δωρητική εποπτεία, και άρα ξεπερνούν κάθε περατό εννόημα ή ορίζοντα που το υποκείμενο θα ήθελε να τους επιβάλει. Όπως ο ίδιος λέει, στα κορεσμένα αυτά φαινόμενα, «η εποπτεία κατακλύζει πάντοτε την προσμονή της απόβλεψης», «η δωρεά όχι μόνο περιβάλλει εξ ολοκλήρου τη φανέρωση, αλλά ξεπερνώντας την, τροποποιεί τα κοινά της χαρακτηριστικά», και ως εκ τούτου ονομάζονται παράδοξα γιατί συμβαίνουν «παρά την εμφάνιση», γιατί «η ορατότητα της εμφάνισης αναδύεται...κόντρα στο ρεύμα της απόβλεψης.»


Η κατηγορία των κορεσμένων φαινομένων υπερβαίνει τις τέσσερεις θεμελειώδεις αρχές του καθαρού νου, όπως αυτές εκτίθενται στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, τις αρχές (κατηγορίες) της ποσότητας (ενότητα, πολλότητα, ολότητα), της ποιότητας (πραγματικότητα, άρνηση, περιορισμός), της σχέσης (ενύπαρξη και αυθύπαρξη, αιτιότητα και εξάρτηση, κοινωνία ή αλληλεπίδραση ανάμεσα στο ποιούν και το πάσχον), και της τροπικότητας (δυνατότητα-μη δυνατότητα, υπάρχειν-μη υπάρχειν, αναγκαιότητα-τυχαιότητα). Έτσι, το κορεσμένο φαινόμενο είναι αστόχευτο κατά την ποσότητα, ανυπόφορο κατά την ποιότητα, απόλυτο κατά τη σχέση και ακοίταχτο κατά την τροπικότητα.


Πρώτον, είναι αστόχευτο γιατί είναι μια «στιγμία σύνθεση», δεν μπορεί δηλαδή να είναι στόχασμα στηριγμένο στη διαδοχική σύνθεση των κατ’ιδίαν μερών του, αλλά κάτι περισσότερο εν’ εαυτώ. Ο φιλόσοφος αναφέρει ως παραδείγμτα τα φαινόμενα της έκπληξης, της κυβιστικής ζωγραφικής και του ιστορικού συμβάντος.


Δεύτερον, είναι ανυπόφορο γιατί «η ένταση της πραγματικής εποπτείας ξεπερνά όλες τις εννοιακές προσλήψεις της αντίληψης,» και ως εκ τούτου «η αντίληψη δεν μπορεί, όχι μόνο να προκαταλάβει πλέον αυτό που πρόκειται να δεχτεί από την εποπτεία, αλλά κυρίως δεν είναι δυνατόν να υποφέρει τα πιο υψηλά μεγέθη της.» Ως παράδείγμα εδώ φέρει το είδωλο, τον πίνακα της ζωγραφικής ή το έργο τέχνης εν γένει.


Τρίτον, εμφανίζεται ως απόλυτο κατά την κατηγορία της σχέσης, γιατί δεν υποκύπτει στις αναλογίες της εμπειρίας, και άρα εντελώς ανυπόθετο, αφού δεν εξαρτάται από οιονδήποτε ορίζοντα ή σχεσιακή εμπειρία. Ο Μαριόν εδώ χρησιμοποιεί το παράδειγμα της σάρκας της οποίας τα παθήματα παραπέμπουν μόνο στον εαυτό της –γιατί πάσχει πρωτίστως εν εαυτή και αφ’εαυτή-, κι έτσι αντίθετα με το ιστορικό συμβάν, «δεν δείχνεται παρά μόνο αυτοδιδόμενη».


Τέλος, είναι ένα φαινόμενο ακοίταχτο γιατί δεν εκφράζει καμία σχέση προς τη γνωστική ικανότητα όπως συμβαίνει με τις καντιανές κατηγορίες του τρόπου.


Αυτές, ισχυρίζεται ο Μαριόν, προκαλούν την αλλοτρίωση του φαινομένου επειδή αυτό στερείται «φαινομενικής αυτονομίας εφ’όσον αρνείται, σύμφωνα με τις κατηγορίες της τροπικότητας, να δοθεί σ’ αυτόν που θα έρθει να το δει», και έτσι «αφήνεται να συγκροτηθεί από εκείνον που προηγείται αυτού και το προβλέπει. Τί όμως συμβαίνει όταν ένα φαινόμενο δεν συναρτάται με τη δύναμη της γνωστικής ικανότητας του Εγώ; Ο Κάντ θα έλεγε ότι ένα τέτοιο φαινόμενο δεν θα εμφανιζόταν καν. Ο Μαριόν όμως αντιτάσει: η αδυνατότητα αντικειμενοποίησης δεν συνεπάγεται την αδυναμία οποιασδήποτε εμφάνισης, γιατί ένα κορεσμένο φαινόμενο μπορεί να είναι ορατό αλλά να μην κοιτάζεται - να μην αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης - όταν επιβάλλεται στο βλέμμα με την πλησμονή της εποπτείας, και, άρα, όταν δεν ανάγεται στην όρους της εμπειρίας. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι το Εγώ που συγκροτεί το φαινόμενο αλλά το Εγώ που αισθάνεται ότι συγκροτείται απ’ αυτό . Αυτό τον τελευταίο τύπο ο Μαριόν θα τον ονομάσει εικόνα που «δεν προσφέρει κανένα θέαμα στο βλέμμα ούτε και ανέχεται το βλέμμα κανενός θεατή, αλλά τουναντίον, με την σειρά της απευθύνει το δικό της βλέμμα επάνω σ’όποιον την αντιμετωπίζει,» ενώ «ο παρατηρών παίρνει τη θέση του παρατηρούμενου.» Είναι «το βλέμμα του άλλου» που «δεν σου δίνεται για να το δεις αλλά για το αντέξεις».


Εδώ εγείρεται το κρίσιμο ερώτημα:μπορεί το κορεσμένο φαινόμενο, μέσω των τεσσάρων τύπων του, να αγγίξει ένα maximum; Tο ερώτημα αυτό συμφύεται με την υπόθεση του Θεού. Επαναθέτοντας το μορφοποιείται ως: μπορεί η φαινομενικότητα να φτάσει σε αυτό το σημείο, ή, είναι δυνατή μια τέτοια φαινομενικότητα; Η αναζήτηση του ερωτήματος αυτού, ισυχυρίζεται ο Μαριόν, προ’υ’ποθέτει ότι: το έσχατον τούτο είναι ένα φαινόμενο, και, δεύτερον, ότι παραμένει ως τέτοιο η τελευταία δυνατότητα. Ο Μαριόν πιστεύει ότι αυτοί οι δύο όροι πληρούνται στο φαινόμενο της αποκάλυψης, γιατί σε αυτό ενυπάρχουν οι τέσσερεις προαναφερθέντες τύποι: η αποκάλυψη δίνεται ως ιστορικό συμβάν, ως είδωλο, ως σάρκα και ως εικόνα (πρόσωπο). Κατά συνέπεια υπάρχει σαν ένας δεύτερος βαθμός κορεσμού και σαν το παράδοξο μιας δυνατότητας και μόνον ως τέτοιας. Συνοπτικά, ο γάλλος φιλόσοφος πιστεύει και τεκμηριώνει την άποψη ότι στην μορφή του Χριστού βρίσκουμε τους τέσσερεις τύπους του κορεσμένου φαινομένου και την ένταση του.


Είναι σε αυτό το σημείο που ολοκληρώνεται η μακρα πορεία του Μαριόν από την πρώτη πραγματεία στη δεύτερη. Δεν είναι όμως τυχαίο ότι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2001, εκδίδεται το εξίσου σημαντικό πόνημα Επιπροσθέτως. Για να εξυγιάνει και να διευρύνει σε αυτό τις θέσεις που είχε ήδη αναπτύξει στα δύο προηγούμενα βιβλία του πάνω στην έννοια του κορεσμένου φαινομένου του δοσμένου της δωρεάς, και της αποκάλυψης. Η κρισιμότητα έγκειται πάντα στην εξής στόχευση:να απαλλαγεί η φαινομενολογική σκέψη από τα προβλήματα που εγείρουν στον στοχασμό οι έννοιες της κενής και της πεπληρωμένης απόβλεψης (Παρουσία και Απουσία), επανακαθορίζοντας το υποκείμενο ως τον μάρτυρα της δωρεάς (παραδομένος-adonne).


Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί σαν ένα εγκώμιο του συγγραφέα στην παράδοση της φαινομενολογίας. Oυσιαστικά μέσα σε αυτό δίνεται η ώθηση για τα επόμενα πέντε που ανατέμνουν την κεντρική προβληματική του. Ο Μαριόν έχει την άποψη ότι ούτε ο Αριστοτέλης με την ουσία, ούτε η causa των Μεσαιωνικών ή η νόηση του Καρτέσιου και του Καντ μπορούν να προσεγγίσουν τις αλήθειες στις οποίες στοχεύουν. Επίσης όμως διατείνεται ότι η οδός για την πρώτη φιλοσοφία δεν είναι κλεισμένη ή αδιέξοδη, αλλά μας την δείχνει η φαινομενολογία ως έμπρακτη μαρτυρία του αξιώματος «όση αναγωγή, τόση δωρεά. Το ερώτημα συνεπώς είναι: πώς θα μπορούσε να διασφαλισθεί η προεξάρχουσα θέση της φαινομενολογίας ως πρώτης φιλοσοφίας αν δεν έχει δειχτεί εκ των προτέρων ότι το φαινόμενο διατηρεί αφ’εαυτού το μέτρο της ελευθερίας στην φανέρωσή του. Ο Μαριόν θα πεί και θα προσπαθήσει να επικεντρώσει όλη την προσοχή του σε αυτό: το ανθρώπινο υποκείμενο όχι ως κάποιο υπερβατολογικό ή εμπειρικό Εγώ αλλα ως το παραδομένο ή έκδοτο στο αυτοδιδόμενο φαινόμενο, που μέσω αυτού υποδέχεται τον εαυτό του. Και βάσει της θέσης αυτής θα ολοκληρώσει την έκθεση των κορεσμένων φαινομένων αντιστρέφοντας εκ νέου τις καντιανές κατηγορίες και ακόμα, δοκιμάζοντας ένα άλμα προς την θεολογία για να δείξει ότι το φαινόμενο της αποκάλυψης μπορεί να διατηρήσει την δυνατότητα να δίνεται μέσα σε μια εποπτεία, ως δηλαδή ένα αντικείμενο ενεργεία παρόν για εμάς κι όχι ως απόβλεψη εν τη απουσία του.




ΚΑΒΑΦΕΙΑ 2011 12 – 14 Δεκεμβρίου 2011 Από τον Χρήστο Παρίδη22/12/2011

 


Τα σοβαρά προβλήματα των δύο χωρών δεν στάθηκαν εμπόδιο να πραγματοποιηθεί και φέτος όπως κάθε δύο χρόνια ο σημαντικός θεσμός των Καβαφείων. Ένας θεσμός ο οποίος ξεκίνησε το 1983 και που έχει σαν στόχο την ανάδειξη και την μελέτη του έργου του σπουδαίου Αλεξανδρινού ποιητή αλλά και την σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας και Αιγύπτου. Εν μέσω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας και μόνιμης πολιτικής έντασης της Αιγύπτου, τα 12α Καβάφεια έλαβαν χώρα μεταξύ 12 και 14 Δεκεμβρίου 2011 στο Κάιρο για την απονομή των Διεθνών Βραβείων «Καβάφη», και στην Αλεξάνδρεια για το καθιερωμένο λογοτεχνικό συμπόσιο και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις.

Την απονομή των βραβείων στην Μικρή Αίθουσα της Όπερας του Καϊρου εγκαινίασε το βράδυ της Δευτέρας 12 Δεκεμβρίου ο πρέσβης της Ελλάδας στην Αίγυπτο κ. Χριστόδουλος Λάζαρης ενώ ο αιγύπτιος υφυπουργός πολιτισμού και ποιητής  κ. Χοσάμ Νασσάρ εξήρε την μακρόχρονη φιλία και τον αλληλοσεβασμό που συνδέει τους δύο λαούς. Τα βραβεία «Καβάφη» δίνονται πάντα σε δύο ποιητές και σε δύο πεζογράφους Αιγυπτίους και Έλληνες αντίστοιχα, και σ’ έναν μεταφραστή, σύμφωνα με την κρίση  δύο επιτροπών, μιας αιγυπτιακής και μιας ελληνικής. Φέτος, η αιγυπτιακή επιτροπή της οποίας πρόεδρος ήταν ο κ. Νασσάρ απένειμε βραβείο ποίησης στον Αμίν Χαντάτ, πολυσχιδή προσωπικότητα με μεγάλη λογοτεχνική δραστηριότητα που συμπεριλαμβάνει ακόμα και στίχους τραγουδιών της επανάστασης του περσινού Γενάρη, ενώ το βραβείο πεζογραφίας απενεμήθη στην συγγραφέα και ακτιβίστρια Άχνταφ Σουέιφ, γνωστή παγκοσμίως για το βιβλίο της «Ο χάρτης της Αγάπης». Δύο επιλογές που εκπλήσσουν, αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμα εκκρεμούν τα περισσότερα από τα αιτήματα των νέων που βγήκαν στους δρόμους πέρυσι και που εξακολουθούν να σκοτώνονται στην πλατεία Ταχρίρ. Τέλος, βραβείο μετάφρασης δόθηκε στον  Μπεσίρ Ελ Σεμπάι ο οποίος μεταφράζει από τη ρωσική, τη γαλλική και την αγγλική λογοτεχνία, ενώ δικό του πόνημα ήταν και ένας μικρός τόμος με ποίηση Καβάφη που μας διανεμηθεί κατά τη διάρκεια της τελετής. Η ελληνική επιτροπή, της οποίας πρόεδρος ήταν ο κ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, απένειμε βραβείο ποίησης για το σύνολο της δουλειάς του στον Γιώργο Χρονά και το βραβείο πεζογραφίας στον Δημήτρη Στεφανάκη για το ιδιαίτερα επιτυχημένο του μυθιστόρημα «Μέρες Αλεξάνδρειας». Δόθηκαν και δύο τιμητικά βραβεία. Στον γιατρό και καθηγητή κ. Στέφανο Γερουλάνο για την συμβολή του στην διάδοση του έργου του Κωνσταντίνου Καβάφη, όπως ήταν πριν μερικά χρόνια όταν επιμελήθηκε την έκθεση με τίτλο « Νομίσματα και ποίηση: Ο Έλληνας ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)» στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης, η οποία παρουσιάστηκε και στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Επίσης,  στον ποιητή Ρεφάατ Σαλάμ, ο οποίος είχε παραλάβει το  βραβείο «Καβάφη» το 1993 αλλά τώρα τιμήθηκε για τη μεταφραστική του δουλειά για τα  Άπαντα του Καβάφη που εκδόθηκαν πρόσφατα από το Δημόσιο Οργανισμό Κέντρων Πολιτισμού.

Η εκδήλωση συνεχίστηκε με ένα εκτενές αφιέρωμα στον απόντα Κωστή Μοσκώφ ο οποίος ως Μορφωτικός Σύμβουλος της Ελληνικής Πρεσβείας του Καϊρου από το 1991 μέχρι το θάνατο του το 1998 έδωσε μεγάλη σημασία στον θεσμό αναβαθμίζοντας τον και συμπληρώνοντας τον με το λογοτεχνικό συμπόσιο. Μίλησαν φίλοι του, όπως η συγγραφέας και δημοσιογράφος κα Χάλα Ελ Μπάντρυ, και τέλος προβλήθηκε τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ. Παρουσία της συζύγου του κας Πόπης Μοσκώφ, παρουσιάστηκε από τον κ. Χρίστο Παπαδόπουλο, διευθυντή του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καϊρου και την πολιτιστική σύμβουλο της πρεσβείας κα Μαριλένα Γρίβα  το πρώτο αντίτυπο του δίγλωσσου βιβλίου «Κωστής Μοσκώφ» το οποίο συνέταξε η τελευταία και μετέφρασε στα αραβικά ο βραβευμένος με το βραβείο «Καβάφη» για μετάφραση του 2009, κ. Σαμουήλ Μπισάρα.

Η βραδιά έκλεισε με ρεσιτάλ μελοποιημένων ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη από τον Δημήτρη Μητρόπουλο, που ως  γνωστό είναι και η μοναδική απόπειρα μελοποίησης ποιημάτων του που πρόλαβε να ακούσει ο ίδιος ο ποιητής εν ζωή. Τα «10 Inventions για φωνή και πιάνο» εκτέλεσε ο πιανίστας Θοδωρής Τζοβανάκης και ερμήνευσε η μέτζο Αγγελική Καθαρίου.

Την επόμενη ημέρα, Τρίτη 13 Δεκεμβρίου, αφού όλοι οι συμμετέχοντες μεταφερθήκαμε στην Αλεξάνδρεια, οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν με τα εγκαίνια της έκθεσης της μόνιμης συλλογής έργων τέχνης του Μουσείου Καβάφη στους χώρους του  Αβερώφειου όπου στεγάζεται το παράρτημα του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού.  Ο διευθυντής του Ιδρύματος κ. Μανώλης Μαραγκούλης καλωσόρισε ένα πλήθος κόσμου -πάροικοι, ελληνομαθείς Αιγύπτιοι, καλεσμένοι και βραβευμένοι από την Ελλάδα-, παραδίδοντας στον πρέσβη κ. Λάζαρη και στον πρόξενο μας στην Αλεξάνδρεια κ. Χρήστο Καποδίστρια, το ψαλίδι για την κοπή της κορδέλας του εκθεσιακού χώρου. Η πρώτη πτέρυγα παραχωρήθηκε στο Κροάτη ζωγράφο Τανισλάβ Μαριάνοβιτς. Παράλληλα έγινε και η αποκάλυψη του πορτρέτου του ποιητή από την Θεσσαλονικιά ζωγράφο Δήμητρα Καμαράκη.

Την  Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου,  Έλληνες και Αιγύπτιοι συναντηθήκαμε  σε μια από τις αίθουσες συνεδρίων της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης όπου ο Καβαφιστής κ. Δασκαλόπουλος προλόγισε και συντόνισε την ημερίδα – συμπόσιο. Αφού έκανε μια αναδρομή της πορείας του Κωνσταντίνου Καβάφη και της διεθνούς του αναγνώρισης και αξίας, έδωσε τη σκυτάλη στον κ. Γερουλάνο ο οποίος μας αποκάλυψε τα μυστικά πίσω από τις ενδελεχείς και υψηλής ακρίβειας περιγραφές του ποιητή όταν αναφέρεται στα περί τα διακόσια ιστορικά πρόσωπα. Με βασικό του επιχείρημα ότι ο Καβάφης δεν μπορεί παρά να είχε πρόσβαση σε αρχαία νομίσματα τόσο της συλλογής του Ελληνορωμαϊκού Μουσείου της Αλεξάνδρειας όσο και των συλλογών εύπορων Ελλήνων της εποχής του, παρουσίασε με τη βοήθεια φωτογραφικού υλικού, πλήθος παραδειγμάτων σε αντιπαράθεση με στίχους. Την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αυτή προσέγγιση ακολούθησε ομιλία του κ. Στεφανάκη ο οποίος έκανε μια ανατομία του ποιητή «της σημειολογίας της ήττας και της παρακμής» όπως τον χαρακτήρισε. Τέλος, με την συνδρομή του κ. Σαμουήλ Μπισάρα, ο τιμημένος με το βραβείο «Καβάφη» 2009, Αλεξανδρινός ποιητής Ταλάτ Φουάτ μίλησε για την επιρροή του Καβάφη στην σύγχρονη αιγυπτιακή ποίηση. Ως εξέχων παράδειγμα ανέφερε έναν από τους κορυφαίους ποιητές της Αιγύπτου, τον Άμαλ Ντόνκολ, ο οποίος «δανείστηκε»  την καβαφική ειρωνεία, τις ιστορικές αναφορές και τη συμβολοποίηση της μυθολογίας, με ιδιαίτερη επιτυχία και στο δικό του ποιητικό έργο.

Οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν ως είθισται, στο σπίτι – μουσείο Καβάφη επί της οδού Κ.Π. Καβάφη (οδός Λέψιους επί των ημερών του) όπου απαγγέλθηκαν ποιήματα του σε πολλές γλώσσες, αποδεικνύοντας την διεθνή απήχηση  του έργου του. Το ποίημα που ακούστηκε περισσότερο απ’ όλα, εκτός από τα Ελληνικά στα Αραβικά, στα Γαλλικά, στα Ιταλικά, στα Γερμανικά και στα Κροατικά, ήταν «Η πόλις». Ίσως δείγμα των καιρών που διανύουμε.

Τα 12α Καβάφεια που για μια ακόμα φορά ανέδειξαν τον σπουδαιότερο και γνωστότερο Έλληνα ποιητή, πραγματοποιήθηκαν από την Ελληνική Πρεσβεία στην Αίγυπτο με συνδιοργανωτές, το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καϊρου και το παράρτημα Αλεξάνδρειας του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, χάρη στη συνδρομή και χρηματοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού της Αιγύπτου, του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας , των  Ελληνικών κοινοτήτων Καϊρου και Αλεξάνδρειας, των Ελληνικών Προξενείων Καϊρου και Αλεξάνδρειας, και του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού. 




 



Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον15/11/2011

 


Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον

«Οδός Πα­νός»

Τεύ­χος 154

Οκτώ­βριος – Δε­κέμ­βριος 2011

 

 

Με α­φιέ­ρω­μα στον Ρό­μπερτ Λούις Στή­βεν­σον α­νοί­γει το χει­μω­νιά­τι­κο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού. Σε χα­λε­πούς και­ρούς, η ρο­μα­ντι­κή φα­ντα­σία του Ρό­μπερτ Λούις Μπάλφουρ Στή­βεν­σον, ό­πως εί­ναι το πλή­ρες ό­νο­μά του, με την προ­σθή­κη και του μη­τρι­κού του ε­πω­νύ­μου, εί­ναι ό,τι κα­λύ­τε­ρο. Πα­ρό­τι ως ε­πε­τεια­κό έ­τος Στή­βεν­σον ε­ορ­τά­στη­κε, ό­σο ε­ορ­τά­στη­κε ε­κτός Ελλά­δος α­πό τον αγ­γλό­φω­νο κό­σμο, το 2010, κα­τά το ο­ποίο συ­μπλη­ρώ­θη­καν 160 χρό­νια α­πό τη γέν­νη­σή του. Όμως, πέ­ρυ­σι, το πε­ριο­δι­κό τι­μού­σε στα τέσ­σε­ρα τεύ­χη του, Κα­βά­φη, Μπων­τλαί­ρ, Από­στο­λο Καλδάρα και Ζυ­ράν­να Ζα­τέ­λη. Όπως και να έ­χει, στον Στή­βεν­σον ται­ριά­ζει έ­να χει­μω­νιά­τι­κο τεύ­χος. Στις 13 Νο­εμ­βρίου γεν­νή­θη­κε και το κρύο τον κυ­νη­γού­σε ε­φ’ ό­ρου ζωής, ό­πως θυ­μί­ζει η λα­ρι­σαία ποιή­τρια Γλυ­κε­ρία Μπασ­δέ­κη στο ει­σα­γω­γι­κό της κεί­με­νο. Κα­τά δια­στή­μα­τα, ω­στό­σο, διέ­φυ­γε α­πό το υ­γρό κρύο του γε­νέ­θλιου Εδιμ­βούρ­γου και άλ­λων βο­ρείων τό­πων και προς το τέ­λος, φαι­νό­ταν να έ­χει οριστι­κά γλι­τώ­σει, κα­θώς, στα σα­ρά­ντα του, ε­γκα­τα­στά­θη­κε στη νή­σο Σα­μόα, απολαμ­βά­νο­ντας το τρο­πι­κό κλί­μα του νό­τιου Ει­ρη­νι­κού. Αλλά μπο­ρεί να διέ­φυ­γε του κρύου, ό­χι, ό­μως και του Χά­ρο­ντα, που ήρ­θε αιφ­νι­δια­στι­κά με μια ε­γκε­φα­λι­κή αιμορ­ρα­γία α­ντί με αι­μο­πτύ­σεις και ε­πι­δεί­νω­ση της φυ­μα­τίω­σης, ό­πως τον α­νέ­με­νε α­πό τα χρό­νια της ε­φη­βείας του. Ο Στή­βεν­σον, τε­λι­κά, πα­ρέ­μει­νε παι­δί του χειμώνα. Χει­μώ­να γεν­νή­θη­κε και χει­μώ­να πέ­θα­νε, στις 3 Δε­κεμ­βρίου 1894. Ανεξαρτήτως, πά­ντως, ε­πε­τείων και ε­πο­χής, ο Στή­βεν­σον, για ό­σους τον έ­χουν διαβάσει, είναι πά­ντα ε­πί­και­ρος ή, με άλ­λα λό­για, κλα­σι­κός.

“Από τα παι­δι­κά μου χρό­νια, ο Στή­βεν­σον στά­θη­κε για μέ­να μια α­πό τις μορ­φές της ευ­τυ­χίας”, ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ο Μπόρ­χες. Και πράγ­μα­τι, τα παι­διά του 20ου αιώ­να, του­λά­χι­στον ό­σα γεν­νή­θη­καν πριν το Μάη τού ’68 ή, στα κα­θ’ η­μάς, πριν τη Μεταπο­λί­τευ­ση, συ­νέ­δε­σαν με τα δι­κά του μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και με­ρι­κών α­κό­μη, γάλ­λων και άγ­γλων συγ­γρα­φέων του 19ου αιώ­να, το ρί­γος της πε­ρι­πέ­τειας, ό­πως το α­πο­λαμ­βά­νει κα­νείς μέ­σα στην α­σφα­λή θαλ­πω­ρή της α­νά­γνω­σης. Ωστό­σο, ο χι­μαι­ρι­κός ο­νει­ρο­πό­λος συγ­γρα­φέ­ας, που ζει σε έ­να κό­σμο φα­ντα­σίας, α­φη­γού­με­νος κα­τά τον πλέ­ον ρε­α­λι­στι­κό τρό­πο ε­ξω­πραγ­μα­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες και δί­νο­ντας με αυτές υ­πό­στα­ση σε ευ­φά­ντα­στες ρο­μα­ντι­κές συλ­λή­ψεις, δεν εί­ναι πα­ρά η μια πλευ­ρά του ι­διό­τυ­που σκω­τσέ­ζου συγ­γρα­φέα, που υ­πήρ­ξε ο Στή­βεν­σον. Αυ­τή εί­ναι η πλευ­ρά, που έ­λα­βαν υ­πό­ψη οι πρώ­τοι μο­ντέρ­νοι της Γη­ραιάς Αλβιώ­νος και τον υπο­βί­βα­σαν σε συγ­γρα­φέα ε­φη­βι­κών βι­βλίων, ε­ξαι­ρώ­ντας τον α­πό το δι­δα­σκό­με­νο “κα­νό­να” της λο­γο­τε­χνίας τους.

Υπάρ­χει ό­μως και η άλ­λη πλευ­ρά, ε­κεί­νη του μο­ντέρ­νου συγ­γρα­φέα, που εκτίμησαν ο­ρι­σμέ­νοι συ­γκαι­ρι­νοί του αγ­γλό­φω­νοι συγ­γρα­φείς, ό­πως ο λί­γο μεγαλύ­τε­ρός του Χέν­ρυ Τζαίη­μς και o κά­πως νεό­τε­ρός του Τζό­ζεφ Κόν­ρα­ντ. Αυ­τοί ή­ταν που τον α­νέ­δει­ξαν. Κα­θιε­ρώ­θη­κε, ω­στό­σο, πο­λύ αρ­γό­τε­ρα, πε­ρί­που στα χρόνια που γεννιόνταν τα παι­διά μιας νέ­ας ε­πο­χής, που δεν θα τα συ­γκι­νού­σε ο ρομαντικός ρεαλισμός του. Αυ­τό, με­τα­φε­ρό­με­νο και πά­λι στα κα­θ’ η­μάς, ση­μαί­νει τα παι­διά, που δεν θα διά­βα­ζαν «Κλασ­σι­κά Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να» και που πο­τέ δεν θα ανακάλυπταν «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», «Το μαύ­ρο βέ­λος» ή «Το κλεμ­μέ­νο παιδί», που είναι το πρώ­το “ε­πει­σό­διο” α­πό το ρο­μα­ντι­κό του μυ­θι­στό­ρη­μα «Οι περιπέ­τειες του Νταίηβιντ Μπάλ­φουρ». Κα­τά τα φαι­νό­με­να, ο Μπάλ­φουρ εί­ναι έ­νας ήρωας ιδιαίτερα προσφι­λής στον Στή­βεν­σον, για να του δί­νει το ε­πώ­νυ­μο της μητέ­ρας του και έ­τσι να τον ο­ρί­ζει εξ αί­μα­τος συγ­γε­νή του. Δυ­στυ­χώς, το δεύ­τε­ρο “επει­σό­διο” α­πό τις περιπέ­τειες του Μπάλ­φου­ρ, το «Κα­τριό­να», που ο Στή­βεν­σον έγρα­ψε έ­ξι χρό­νια αργότε­ρα, δεν πή­ρε τη μορ­φή «Κλασ­σι­κού Εικονογραφημένου». Ευ­τύ­χη­σε, ωστόσο, με­τα­φρα­στι­κά στα χέ­ρια του Μπά­μπη Λυκού­δη. Όπως και να έχει, ό­ταν ο Στήβενσον έ­παιρ­νε τη θέ­ση του στο πάν­θεο της λε­γό­με­νης “σο­βα­ρής λογοτεχνίας”, οι έφη­βοι στην Ελλά­δα διά­βα­ζαν πλέ­ον κόμι­κς.

Ο μαέ­στρος της α­φή­γη­σης Στή­βεν­σον, που ε­πι­δει­κνύει τη δη­μιουρ­γι­κή του φαντασία στο χώ­ρο του πα­ρά­δο­ξου, παίρ­νει τη σκυ­τά­λη α­πό τον Έντγκαρ Άλλαιν Πόε. Σαν συ­νη­γο­ρία της φα­ντα­στι­κής τους σκυ­τα­λο­δρο­μίας, θα μπο­ρού­σαν να ληφθούν τα δια­δο­χι­κά έ­τη, κα­τά τα ο­ποία α­πε­βίω­σε ο πρώ­τος και γεν­νή­θη­κε ο δεύτερος, το 1849 και το 1850, α­ντί­στοι­χα. Τη συγ­γρα­φι­κή τους συγ­γέ­νεια εδραιώ­νουν περαιτέ­ρω τα δύο αλ­λη­γο­ρι­κά μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, που ο Στή­βεν­σον έγραψε με­τά «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», «Η πα­ρά­ξε­νη υ­πό­θε­ση του Δρος Τζέ­κυλ και Κου Χάϋντ» και το λι­γό­τε­ρο γνω­στό, «Ο άρ­χο­ντας του Μπάλ­λα­ντρε». Με θέ­μα την ε­πι­κρά­τεια του Καλού, α­ντα­γω­νι­στι­κής προς ε­κεί­νη του Κα­κού, συ­νι­στούν πρώ­τες εκ­φάν­σεις εννοιών της ψυ­χα­νά­λυ­σης, ό­πως το δι­χα­σμέ­νο Εγώ και η διαπάλη Υπερε­γώ και Ασυνειδήτου. Προ­δρο­μι­κές συλ­λή­ψεις, α­φού η ψυ­χα­νά­λυ­ση αναδύεται με την έκδο­ση του δο­κι­μίου του Φρόϋντ «Με­λέ­τες για την Υστε­ρία», που εκ­δό­θη­κε το 1895, έ­να χρόνο με­τά το θά­να­το του Στή­βεν­σον.

Σαν συ­μπλή­ρω­μα του μο­ντέρ­νου συγ­γρα­φέα Στή­βεν­σον, υ­πάρ­χει μια λι­γό­τε­ρο γνω­στή στα κα­θ’ η­μάς πτυ­χή του, ε­κεί­νη του αρ­θρο­γρά­φου και δο­κι­μιο­γρά­φου, με τις συ­χνά ρη­ξι­κέ­λευ­θες για την ε­πο­χή του ι­δέες. Να θυ­μί­σου­με ό­τι στη σει­ρά «Στις πη­γές της γνώ­σης» των εκ­δό­σεων PRINTA, την ο­ποία κα­ταρ­τί­ζει ο Εμμα­νουήλ Καρ­τά­κης, εκ­δό­θη­κε το 2005, το «Πε­ρί της η­θι­κής του συγ­γρα­φι­κού επαγγέλματος», και μα­ζί, στη μι­κρό­σχη­μη σει­ρά του μη­τρι­κού εκ­δο­τι­κού οί­κου «ΡΟ­ΕΣ», το «Για τον έ­ρω­τα και το γά­μο». Ορι­σμέ­νες α­πό τις α­πό­ψεις του αποκτούν στη σημερι­νή συ­γκυ­ρία ι­διαί­τε­ρη ε­πι­και­ρό­τη­τα. Ο θε­τός γιος του, παι­δί της α­με­ρι­κα­νί­δας συ­ζύ­γου του α­πό τον πρώ­το της γά­μο, Λόϋντ Όσμπορν, στην εισαγω­γή του σε μια με­τα­θα­νά­τια έκ­δο­ση ο­ρι­σμέ­νων ε­ξαί­ρε­των ι­στο­ριών, που δικαίως τιτ­λο­φο­ρή­θη­καν «Νέες χί­λιες και μία νύ­χτες» και εκ­δό­θη­καν σε δύο τόμους το 1882 και 1884, γράφει:

“Ο Στή­βεν­σον μι­σού­σε τον υ­λι­σμό. Θεω­ρού­σε ό­τι ή­ταν ο με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος κι η κα­τά­ρα του πο­λι­τι­σμού μας –αυ­τός ο ά­νε­τος κα­λο­θρεμ­μέ­νος αυ­τά­ρε­σκος υ­λι­σμός ε­να­ντίον του ο­ποίου πά­ντο­τε ε­ξα­πέ­λυε ύ­βρεις. Κα­νέ­νας σο­σια­λι­στής δεν χρησιμοποίη­σε τη λέ­ξη μπουρ­ζουα­ζία με πε­ρισ­σό­τε­ρη πε­ρι­φρό­νη­ση α­πό αυ­τόν. Πίστευε πως τό­σο οι κα­τώ­τε­ρες ό­σο και οι α­νώ­τε­ρες τά­ξεις μπο­ρού­σαν να ενθουσιά­ζο­νται ε­ξί­σου με τα υ­ψη­λά ι­δα­νι­κά, αλ­λά πως η μά­ζα της με­σαίας τά­ξης ήταν σχε­δόν ανέλ­πι­δα α­ντα­γω­νι­στι­κή προς την αν­θρώ­πι­νη πρόο­δο. Η α­λό­γι­στη αυταρέσκειά της, η εκ­με­τάλ­λευ­ση του α­βοή­θη­του, η υ­πο­κρι­τι­κή της η­θι­κο­λο­γία, η κα­τα­πίε­ση των γυ­ναι­κών, η α­νε­λεύ­θε­ρη στά­ση προς την τέ­χνη και τη λο­γο­τε­χνία, ό­λα αυ­τά αποτε­λού­σαν γι’ αυ­τόν μια σει­ρά α­συγ­χώ­ρη­των προ­σβο­λών...” Για περισσό­τε­ρα στην ελ­λη­νι­κή έκ­δο­ση των δύο τό­μων (το 1985 ο πρώ­τος, σε μετάφρα­ση Τά­σου Δενέγρη, δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα ο δεύ­τε­ρος, σε με­τά­φρα­ση Παλμύρας Ισμυ­ρί­δου, α­πό τις εκ­δό­σεις Α­ΓΡΑ).

Πι­θα­νώς, αυ­τές οι ι­δέες του Στή­βεν­σον, μα­ζί με το ρο­μα­ντι­σμό του να είλ­κυ­σαν τον εκ­δό­τη του πε­ριο­δι­κού, ω­θώ­ντας τον να α­φιε­ρώ­σει στον «Ρό­μπερτ Λούις Στήβεν­σον και το Εδιμ­βούρ­γο του» το τρί­το τεύ­χος του τρέ­χο­ντος έ­τους. Όπου, στο πρώ­το, συ­μπτω­μα­τι­κά ή μη, υ­πάρ­χει α­φιέ­ρω­μα στον Πόε. Το εν­διά­με­σο –δι­πλό τεύ­χος– μοι­ρά­ζε­ται σε δύο γη­γε­νείς τε­θνεώ­τες. “Στον Παύ­λο Σι­δη­ρό­που­λο – 21 χρό­νια α­πό το θά­να­τό του” και στον Δη­μή­τρη Λα­λέ­τα– έ­ξι μή­νες α­πό το θά­να­τό του. Παί­ζο­ντας με τις η­με­ρο­λο­για­κές συ­μπτώ­σεις, θυ­μί­ζου­με τους πρόω­ρους θανάτους των τεσ­σά­ρων τι­μώ­με­νων α­πό το πε­ριο­δι­κό κα­τά το 2011. Σα­ρά­ντα ε­πτά ετών ή­ταν ο Λα­λέ­τας, σα­ρά­ντα τεσ­σά­ρων ο Σι­δη­ρό­που­λος, ε­νώ, ού­τε οι δύο μεγάλοι της λο­γο­τε­χνίας εί­χαν συ­μπλη­ρώ­σει την πέ­μπτη δε­κα­ε­τία του βίου τους– σαράντα ο Πόε, σα­ρά­ντα τεσ­σά­ρων ο Στή­βεν­σον.

Άρα­γε πρό­κει­ται για το πρώ­το α­φιέ­ρω­μα του πε­ριο­δι­κού στον Στή­βεν­σο­ν; Δυστυχώς, η μνή­μη μας δεν βο­η­θά­ει και οι βι­βλιο­γρα­φή­σεις δεν α­πα­σχο­λούν τους νεότερους. Κι ό­μως, έ­να πε­ριο­δι­κό με 31ε­τή συ­νε­χή πα­ρου­σία δι­καιού­ται, αν δεν επιβάλ­λε­ται να έ­χει, τη βι­βλιο­γρα­φία του. Ήταν το μα­κρι­νό 1981, που έ­μελ­λε να ταυτι­στεί με την ά­νο­δο στην ε­ξου­σία του ΠΑ­ΣΟΚ με­τά τη συ­ντρι­πτι­κή νί­κη του στις εκλο­γές της 18ης Οκτω­βρίου, ό­που ε­ξα­σφά­λι­σε το 48% των ψή­φων και 172 έ­δρες σε μια τρί­χρω­μη Βου­λή. Εί­χε προ­η­γη­θεί, την 1η Ια­νουα­ρίου 1981, η έ­ντα­ξη της χώ­ρας στην Ευ­ρω­παϊκή Ένω­ση. Εκεί­νο τον Ια­νουά­ριο εμ­φα­νί­στη­καν δύο λογοτεχνι­κά πε­ριο­δι­κά, που α­πο­δείχ­θη­καν σθε­να­ρό­τε­ρα κομ­μά­των και θε­σμών. Το «Οδός Πα­νός» και «Η Λέ­ξη». Εί­ναι δυο α­πό τα με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά α­θη­ναϊκά περιοδικά, που κυ­κλο­φο­ρούν μέ­χρι σή­με­ρα. Ένα τρί­το εί­ναι «Το Δέ­ντρο», που εί­χε προηγη­θεί κατά μία τριε­τία. Από μιας αρ­χής, το «Οδός Πα­νός» στά­θη­κε έρ­γο του Γιώργου Χρονά, του ο­ποίου η αι­σθη­τι­κή κα­θο­ρί­ζει τη φυ­σιο­γνω­μία του πε­ριο­δι­κού. Ενώ, «Η Λέξη» της διαρ­χίας Θα­νά­ση Νιάρ­χου- Αντώ­νη Φω­στιέ­ρη. «Το Δέ­ντρο» πα­ρου­σία­σε την ι­διαι­τε­ρό­τη­τα να ξε­κι­νή­σει το πρώ­το τεύ­χος, Μάρ­τιο 1978, με έ­ναν εκ­δό­τη, τον Κώ­στα Μαυ­ρου­δή, να προ­στε­θεί στο ε­πό­με­νο δεύ­τε­ρος, ο Μι­χά­λης Γκα­νάς, και στο με­θε­πό­με­νο, τρί­τος, ο Γιάν­νης Πα­τί­λης, αλ­λά, α­πό το φθινοπωρινό, να επανέλ­θει η αρ­χι­κή μο­ναρ­χία, η ο­ποία και κρά­τη­σε μέ­χρι και το 1982, για να προκύ­ψει και σε αυ­τό, διαρ­χία εκ­δο­τών. Ένα τέ­ταρ­το εί­ναι το «Πλανό­διον», που ξεκίνη­σε το 1986 ο Πα­τί­λης, αυ­τή τη φο­ρά, μό­νος του. Απαξάπα­ντες εί­ναι ποιη­τές της γε­νιάς του ’70. Ένας έ­κτος, α­πό την ί­δια ποιη­τι­κή οικογένεια, εί­ναι ο Κώ­στας Παπαγεωργίου, που ξε­κί­νη­σε το 1982 το «Γράμ­μα­τα και Τέχνες», το ο­ποίο, ό­μως, έ­κλει­σε τον κύ­κλο του το 1998. Μάλ­λον δεν έ­χει δοθεί η ανά­λο­γη προ­σο­χή σε αυτό το σημα­ντι­κό πά­ρερ­γο των ποιη­τών της γε­νιάς της αμφισβή­τη­σης, στο ο­ποίο διοχέτευσαν έ­να μέ­ρος της αμ­φι­σβη­τη­τι­κής τους διάθε­σης.

Η α­πο­ρία, πά­ντως, σχε­τι­κά με την τύ­χη του Στή­βεν­σον στον ελ­λη­νι­κό πε­ριο­δι­κό Τύ­πο πα­ρα­μέ­νει. Σύμ­φω­να με τη μο­να­δι­κή βι­βλιο­γρα­φία για “τεύ­χη –α­φιε­ρώ­μα­τα” πε­ριο­δι­κών της Μάρ­θας Καρ­πό­ζη­λου, δεν υ­πάρ­χει ού­τε έ­να α­φιε­ρω­μα­τι­κό τεύ­χος κα­τά τη μα­κριά πε­ρίο­δο 1879-1997. Δη­μο­σιεύο­νται μό­νο σκόρ­πια διη­γή­μα­τά του. Ωστό­σο, τα δη­μο­σιευ­μέ­να διη­γή­μα­τά του, α­πό τις αρ­χές του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να μέ­χρι τις πα­ρα­μο­νές του Β΄ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου, με­τριού­νται στα δά­χτυ­λα του ενός χε­ριού, με το πρώ­το, μό­λις στα τέ­λη της δεύ­τε­ρης δε­κα­ε­τίας. Ωστό­σο, κα­τ’ εξαί­ρε­ση, σε έ­να πε­ριο­δι­κό, ο Στή­βεν­σον έ­χει την τι­μη­τι­κή του. Πρό­κει­ται για το μηνιαίο, «Φι­λι­κή Εται­ρία», που κυ­κλο­φό­ρη­σε κα­τά το πρώ­το ε­ξά­μη­νο του 1925, χωρίς ό­νο­μα εκ­δό­τη, με α­να­φο­ρά μό­νο του ε­πι­με­λη­τή. Εί­ναι ο Φώ­της Κό­ντο­γλου και κα­τ’ ου­σία συ­νι­στά την ψυ­χή του πε­ριο­δι­κού. Σε αυ­τό δη­μο­σίευ­σε σε πέ­ντε συνέχειες (το τε­λευ­ταίο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού εί­ναι δι­πλό) τη με­τά­φρα­ση μέ­ρους α­πό «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών». Πρό­κει­ται για τα 12 πρώ­τα κε­φά­λαια και την αρ­χή του ε­πό­με­νου (η λά­θος α­ρίθ­μη­ση του δεύ­τε­ρου, που α­να­γρά­φε­ται ως τρί­το, συνεχίστη­κε και στα ε­πό­με­να, με α­πο­τέ­λε­σμα το η­μι­τε­λές να φέ­ρε­ται ως το δέ­κα­το τέταρ­το). Το γε­γο­νός ό­τι δια­κό­πτε­ται η με­τά­φρα­ση στη μέ­ση κε­φα­λαίου, με την ένδει­ξη “Έχει συ­νέ­χεια”, δεί­χνει ό­τι η δια­κο­πή έκ­δο­σης του πε­ριο­δι­κού αποφασίστη­κε ξαφ­νι­κά. Ο Αϊβα­λιώ­της Κό­ντο­γλου, γεν­νη­μέ­νος έ­να χρό­νο με­τά το θά­να­το του Στή­βεν­σον, νιώ­θει στον φα­ντα­στι­κό κό­σμο του Στή­βεν­σον σαν στο σπί­τι του. Ζωγρά­φος, ε­πω­μι­σμέ­νος με την ει­κο­νο­γρά­φη­ση του τεύ­χους, κο­σμεί με δι­κά του σχέδια τη με­τά­φρα­ση. Σε βι­βλίο η με­τά­φρα­ση εκ­δό­θη­κε το 1942 και πιθανο­λο­γεί­ται από την Φρ. Αμπατ­ζο­πού­λου, που γρά­φει το ε­πί­με­τρο της επανέκδο­σης του 1988, ό­τι έ­γι­νε α­πό την πρώ­τη γαλ­λι­κή με­τά­φρα­ση του μυθιστορήματος.

Μέ­νει η α­πο­ρία, κα­τά πό­σο εί­ναι η πρώ­τη με­τά­φρα­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος. Το σίγου­ρο εί­ναι ό­τι, μέ­σα στον 19ο αιώ­να, με­τα­φρά­στη­κε μό­νο έ­να βι­βλίο του Στήβενσον και αυ­τό δεν εί­ναι «Το Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», αλ­λά «Η πα­ρά­ξε­νη υπόθε­ση του Δρος Τζέ­κυλ και Κου Χάϋντ», το 1893. Εί­χε προ­η­γη­θεί η δη­μο­σίευ­ση ενός διη­γή­μα­τός του. Αν δεν πρό­κει­ται για το πρώ­το, σί­γου­ρα εί­ναι α­νά­με­σα στα πρώ­τα. Τέ­λος, να θυ­μί­σου­με ό­τι ο Στή­βεν­σον, ε­κτός α­πό μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και δο­κι­μιο­γρά­φος, ή­ταν και ποιη­τής. Δυο ποιή­μα­τά του προ­τί­μη­σε να με­τα­φρά­σει έ­να κα­θό­λου τυ­χαίο πρό­σω­πο της ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνίας, ο Τέλ­λος Άγρας, προς το τέλος του Με­σο­πο­λέ­μου.

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

 

Λεζάντα φωτογραφίας: Ο κουρ­σά­ρος Φλί­ντ, πρω­τα­γω­νι­στι­κό πρό­σω­πο στο «Νη­σί των Θη­σαυ­ρών», ό­πως τον α­πέ­δω­σε ως φυ­σιο­γνω­μία ο Φώ­της Κό­ντο­γλου, εικονογρα­φώ­ντας τη με­τά­φρα­ση του ο­μό­τιτ­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, που μέ­ρος της δη­μο­σίευ­σε σε συ­νέ­χειες στο βρα­χύ­βιο πε­ριο­δι­κό «Φι­λι­κή Εται­ρία». Να σημειώσουμε, ό­τι αυ­τό το σχέ­διο α­που­σιά­ζει α­πό την αυ­το­τε­λή με­τά έκ­δο­ση της με­τά­φρα­σης α­πό τον Ι. Ζα­χα­ρό­που­λο. Πρό­κει­ται για εξ­πρε­σιο­νι­στι­κών τό­νων σχέδιο με με­λά­νι. Μα­ζί με άλ­λα σχέ­δια της ί­διας πε­ριό­δου, ο­ριο­θε­τεί τη στρο­φή του εν­δια­φέ­ρο­ντος του Κό­ντο­γλου α­πό την ει­κο­νο­γρά­φη­ση βι­βλίων α­πο­κλει­στι­κά στη ζω­γρα­φι­κή.

 

 


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ15/11/2011

 


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Έκθεση ζωγραφικής

του Δημήτρη Λαλέτα

στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18, Αθήνα

Εγκαίνια έκθεσης Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011, ώρα 7.00 μ.μ.

Διάρκεια έκθεσης: από Τρίτη 22 Νοεμβρίου έως Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

 

 

 

 

 

 

Ο ζωγράφος Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011)

 

Ο Δημήτρης Λαλέτας, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη στις 14 Οκτωβρίου του 1964. Ήρθε στην Αθήνα 25 χρονών, το 1990, και ήταν ο ζωγράφος του περιοδικού και των εκδόσεων Οδός Πανός σχεδιάζοντας το σήμα τους με τον Πάνα. Εργάστηκε 20 χρόνια στις ομώνυμες εκδόσεις και μετέφρασε στις ίδιες εκδόσεις Εγγλέζικα συγκροτήματα χωρίς να πάρει ποτέ αρνητική κριτική. Ήταν η καλλιτεχνική ψυχή, το ήθος, η τέχνη, η ευγένεια των εκδόσεων.

Στα έργα του απεικόνιζε πρόσωπα αντρών, γυναικών, παιδιών. Η φύση δεν λείπει από αυτά γιατί μεγάλωσε στην Αλεξανδρούπολη όπου ο Φάρος της και τα γύρω χωράφια, τα δέντρα, τα ποτάμια, με το Δέλτα του Έβρου, το λιμάνι της δεν απείχαν πολύ.

Την τελευταία του σειρά έργων, που παρουσίασε, την ονόμασε Νυχτερινά, όπου στο σκότος απεικονίζονται άλογα με τους αναβάτες να τα κρατούν από το χαλινάρι.

Έκανε ατομικές εκθέσεις στο Μπιλιέτο Παιανίας, στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, στην Βαβέλ, και σε ομαδικές στην Γκαλερί Κ-Art, Βαβέλ. Ζωγραφική του και σχέδια δημοσιεύτηκαν στην LIFO, Symbol κ.α. Ήταν μόνιμος συνεργάτης στη Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων, στην Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία, από τον Μάρτιο του 2009.

Έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 31 Μαρτίου 2011. Αυτή η έκθεση με 13 πίνακες και ημερολογιακά σχέδιά του από όλες τις περιόδους, στο βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς, είναι η πρώτη που γίνεται μετά το ταξίδι του στον Σείριο και γίνεται σ’ ένα χώρο που θα του άρεσε.

 

 

Για τον Δημήτρη Λαλέτα και το έργο του θα μιλήσουν στα εγκαίνια της έκθεσης στις 8.00 μ.μ. ο ηθοποιός Γιώργος Δεμερτζής, ο τραγουδιστής Γιάννης Παλαμίδας και ο ποιητής Γιώργος Χρονάς.

 

Αποτελέσματα:  1  2  3  4  5  [Επόμ. >>] 
 
Created by Batsioulas Solutions - v1.00
Αποστολή & Επιστροφές | Προσωπικά δεδομένα | Όροι χρήσης | Προσφορές | Newsletter | Site Map | Επικοινωνία
Copyright © 2012 Οδός Πανός - Σιγαρέτα
Διδότου 39, 10680 Αθήνα
τηλ/fax: 2103616782