 |
Κατηγορίες |
 |
|
 |
Τελευταία Νέα |
 |
|
 |
Bestsellers |
 |
|
|
| Τελευταία Νέα |
|
|
 |
 |
| Το μονόπρακτο Σεβάς Χανούμ η ιστορία μιας ρεμπέτισσας του Γιώργου Χρονάη ιστορία μιας ρεμπέτισσας του ’50 του Γιώργου Χρονά | 19/01/2012 |
|
 |
 |
ΑΓΓΕΛΩΝ ΒΗΜΑ (Θέατρο-Μουσική-Εικαστικά)
Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια
τηλ. 2105242211-213
Κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 8.00 μ.μ.
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Ρήγος
Σκηνογραφία: Κωνσταντίνος Ρήγος (με την συνεργασία της Μαίρης Τσαγκάρη)
Κοστούμια: Ελένη Παπανικολάου (Τα ρούχα του Βασιλιά)
Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος
Μακιγιάζ, μαλλιά: Δημήτρης Δημητρούλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Γιάννης Τσεμπερλίδης
Φωτογραφίες: Κωνσταντίνος Ρήγος
Ερμηνεύουν: Σεβάς Χανούμ: Κωνσταντίνα Μιχαήλ
Δημοσιογράφος: Γιάννης Τσεμπερλίδης
Σχεδιασμός προγράμματος: Κωνσταντίνος Γεωργαντάς
Η Σεβάς Χανούμ χωρίς προσωπείο
Σ’ ένα παλιό σπίτι, προσφυγικό, συνάντησα την Σεβάς Χανούμ, την Πρωτομαγιά του 1983, στη Θεσσαλονίκη. Εμφανίστηκε μπροστά μου και ήταν σαν γυναικείο πρόσωπο σε πίνακα ζωγραφικής του Δημήτρη Λαλέτα. Φορούσε ταγιέρ και ήταν καθαρή, σπάνια. Είχα να κάνω με ένα πνεύμα των μουσών, της μοίρας των ανθρώπων που θέλουν να σου μιλήσουν για τη δόξα, το παρελθόν, το μέλλον∙ την καταστροφή που προς τα κει βαδίζουν σταθερά. Με βαθιά φωνή, μες σε καπνούς, δίπλα στον καφέ που μου σέρβιρε, μου μίλησε, διάφορες νύχτες, για την ζωή της, το πάθος της για το ρεμπέτικο. Το ’50, ’60, ’70 πέρναγαν από μπροστά μου. Η Νίνου, η Μπέλλου, ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Μπιθικώτσης… συνομιλητές της. Η Ελλάδα του Βορρά, οι άνθρωποι του τραγουδιού, η πλατεία Ομονοίας, Βάθης όλα για το τραγούδι, το χαμό της. Οι έρωτές της, ο Καζαντζίδης, η μάνα του, ο παρολίγον γάμος τους, η αρρώστιά της, τα βάσανά της, το παιχνίδι με τον θάνατο. Ένα γνήσιο ποιητικό πρόσωπο μου άνοιγε την καρδιά του. Κι εγώ έκανα το πορτραίτο του μες σε φωτιές και συντρίμμια μιας ζωής που κυλάει αδιάφορη αφήνοντας τα πλάσματά της στην άκρη.
Μέσα σε τάφο βαθύ, χωρίς οίκτο.
Γιώργος Χρονάς

|
|  |  |  |  |
|
 |
| ΘΩΠΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ Από τον Βασίλη Ζηλάκο | 26/12/2011 |
|
 |
 |
Jean – Luc Marion
Επιπροσθέτως
Φαινομενολογία και Θεολογία
Εις.-Μτφρ. Γιώργος Γρηγορίου
Εκδόσεις Πόλις, σ.330,
ΘΩΠΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ
ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ
Από τον Βασίλη Ζηλάκο
Μ’ όλα τα μάτια της κοιτά η πλάση/το Ανοιχτό./Μόνον τα δικά μας τα μάτια λες/κι ανεστραμμένα είναι κι εντελώς την περιβάλλουν/σαν παγίδες γύρω απ’την ελεύθερη της έξοδο.
R.M. Rilke, Duineser Elegien, μτφρ. Σ. Σελαβής
Ο Ζαν-Λυκ Μαριόν είναι ο επιφανέστερος σήμερα εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους φιλοσόφους της εποχής μας. Γεννήθηκε το 1946 και είναι μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, όπου διαδέχτηκε τον Emmanuel Levinas ,και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου, όπου διαδέχτηκε τον Paul Ricoeur. Eπίσης είναι διευθυντής του Κέντρου Καρτεσιανών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης και πρόεδρος του Ινστιτούτου Φιλοσοφικών σπουδών «Enrico Casteli». Tα ενδιαφέροντα του περιστρέφονται γύρω από την ιστορία της φιλοσοφίας και πιο συγκεκριμένα γύρω απο την καρτεσιανή σκέψη. Επιπλέον, ασχολείται με τη θεολογία την οποία αντιμετωπίζει ως προνομιακό συνομιλητή της φιλοσοφίας και αναγκαίο ορίζοντά της κάθε φορά που αυτή εκθέτει τον εαυτό της στα όρια της. Βλέπει, τέλος, τη φαινομενογία ως τη μη δογματική εκείνη μέθοδο που περιγράφει τα φαινόμενα και αποπειράται συγχρόνως να αναδείξει όσα παραμένουν αφανή παρά την ορθολογικότητά τους. Ο ίδιος εντάσσει τον εαυτό του στην κλασσική σχολή της φαινομενολογίας, αλλά πιστεύει ότι διευρύνει τη δίοδο που άνοιξε ο Husserl και συνέχισε ο Heidegger. Το ανά χείρας βιβλίο δίνει στους αναγνώστες την αφορμή να εξετάσουμε τη συνεισφορά του στον τομέα αυτόν της φολοσοφίας, και να δούμε πως ο ίδιος αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τη θεολογία.
Το βιβλίο είναι η συνέχιση και η ολοκλήρωση μιας τριλογίας όπου ο Μαριόν επωμίζεται και εξετάζει την θέση ότι η μοναδική προσέγγιση που επιτρέπει την πραγματωση του χουσερλιανού στόχου για επιστροφή «στα ίδια τα πράγματα», είναι εκείνη που ξεκινάει από την δωρεά του φαινομένου. Τα βιβλία αυτά φέρουν τους τίτλους Reduction et donation, recherches sur Husserl, Heidegger et la phenomenologie και Εtant donne. To πρώτο κυκλοφόρησε το 1989 ενώ το δεύτερο με διαφορά εννέα χρόνων, το 1997.
Η κριτική προσέγγιση του Μαριόν στις δύο αυτές πραγματείες σχετίζεται με την φαινομενολογική αναγωγή, την κίνηση δηλαδή από τη φυσική στη φαινομενολογική στάση, που προτάσσει τον περιορισμό της αποβλεπτικότητας μας από όλα ανεξαιρέτως τα πράγματα στον κόσμο σε μία στόχευση που επικεντρώνεται αυστηρώς και μόνο στην ίδια την αποβλεπτική μας ζωή με τα σύστοιχα αντικείμενα της και τον σύστοιχο κόσμο της.
Ο Μαριόν ισχυρίζεται ότι τόσο ο Χούσερλ όσο και ο Χάιντεγγερ απέτυχαν να αναπτύξουν μια φαινομενολογία της επιστροφής στα ίδια τα πράγματα γιατί ενώ κάθε μορφή συγκρότησης απο ένα υποκείμενο προ’υ’ποθέτει την εμφάνιση του φαινομένου, στην πράξη τα συγκροτημένα αντικείμενα όντα και αντικείμενα του κόσμου μας δεν είναι παρά επελεύσεις του ανάγοντος υποκειμένου.
Καθώς ο Χούσερλ άνοιξε με τη φαινομενολογία του ένα δρόμο πέραν της μεταφυσικής, μέσω της αναγωγής των αντικειμένων στο υπερβατολογικό Εγώ (πρωταρχική αντικειμενικότητα), και ο Χάιντεγγερ επαναπροσδιόρισε τα όντα στο Dasein , ο Μαριόν έτσι διερωτάται για τη δυνατότητα μιας αναγωγής πέρα από την αντικειμενικότητα και τον ορίζοντα του είναι, σε μια προοπτική ή έσχατη μορφή αναγωγής που θα πραγματώνεται «ως δωρεά-ανώνυμη, και που έχει να κάνει με τα πράγματα του καθαρού δοσμένου,» που με αυτόν τον τρόπο καθιστά δυνατή την αντικειμενικότητα και την οντικότητα. Με άλλά λόγια, θεωρεί ότι η φαινομενικότητα κάθε φαινομένου δεν είναι αποτέλεσμα μια αιτίας αλλά πραγματοποίειται μέ και μέσα στη δωρεά του στην εποπτεία. Το αξίωμα του είναι: «όση αναγωγή τόση δωρεά.» Πώς όμως καταδεικνύει το αξίωμα αυτό μέσα στα ίδια τα πράγματα;
Στο Etant donne συγκροτεί μια νέα κατηγορία φαινομένων, μια κατηγορία σε αντιπαλότητα προς τα κοινά φαινόμενα, αυτή των κορεσμένων φαινομένων. Τα φαινόμενα τούτα έχουν κορεστει από δωρητική εποπτεία, και άρα ξεπερνούν κάθε περατό εννόημα ή ορίζοντα που το υποκείμενο θα ήθελε να τους επιβάλει. Όπως ο ίδιος λέει, στα κορεσμένα αυτά φαινόμενα, «η εποπτεία κατακλύζει πάντοτε την προσμονή της απόβλεψης», «η δωρεά όχι μόνο περιβάλλει εξ ολοκλήρου τη φανέρωση, αλλά ξεπερνώντας την, τροποποιεί τα κοινά της χαρακτηριστικά», και ως εκ τούτου ονομάζονται παράδοξα γιατί συμβαίνουν «παρά την εμφάνιση», γιατί «η ορατότητα της εμφάνισης αναδύεται...κόντρα στο ρεύμα της απόβλεψης.»
Η κατηγορία των κορεσμένων φαινομένων υπερβαίνει τις τέσσερεις θεμελειώδεις αρχές του καθαρού νου, όπως αυτές εκτίθενται στην Κριτική του Καθαρού Λόγου, τις αρχές (κατηγορίες) της ποσότητας (ενότητα, πολλότητα, ολότητα), της ποιότητας (πραγματικότητα, άρνηση, περιορισμός), της σχέσης (ενύπαρξη και αυθύπαρξη, αιτιότητα και εξάρτηση, κοινωνία ή αλληλεπίδραση ανάμεσα στο ποιούν και το πάσχον), και της τροπικότητας (δυνατότητα-μη δυνατότητα, υπάρχειν-μη υπάρχειν, αναγκαιότητα-τυχαιότητα). Έτσι, το κορεσμένο φαινόμενο είναι αστόχευτο κατά την ποσότητα, ανυπόφορο κατά την ποιότητα, απόλυτο κατά τη σχέση και ακοίταχτο κατά την τροπικότητα.
Πρώτον, είναι αστόχευτο γιατί είναι μια «στιγμία σύνθεση», δεν μπορεί δηλαδή να είναι στόχασμα στηριγμένο στη διαδοχική σύνθεση των κατ’ιδίαν μερών του, αλλά κάτι περισσότερο εν’ εαυτώ. Ο φιλόσοφος αναφέρει ως παραδείγμτα τα φαινόμενα της έκπληξης, της κυβιστικής ζωγραφικής και του ιστορικού συμβάντος.
Δεύτερον, είναι ανυπόφορο γιατί «η ένταση της πραγματικής εποπτείας ξεπερνά όλες τις εννοιακές προσλήψεις της αντίληψης,» και ως εκ τούτου «η αντίληψη δεν μπορεί, όχι μόνο να προκαταλάβει πλέον αυτό που πρόκειται να δεχτεί από την εποπτεία, αλλά κυρίως δεν είναι δυνατόν να υποφέρει τα πιο υψηλά μεγέθη της.» Ως παράδείγμα εδώ φέρει το είδωλο, τον πίνακα της ζωγραφικής ή το έργο τέχνης εν γένει.
Τρίτον, εμφανίζεται ως απόλυτο κατά την κατηγορία της σχέσης, γιατί δεν υποκύπτει στις αναλογίες της εμπειρίας, και άρα εντελώς ανυπόθετο, αφού δεν εξαρτάται από οιονδήποτε ορίζοντα ή σχεσιακή εμπειρία. Ο Μαριόν εδώ χρησιμοποιεί το παράδειγμα της σάρκας της οποίας τα παθήματα παραπέμπουν μόνο στον εαυτό της –γιατί πάσχει πρωτίστως εν εαυτή και αφ’εαυτή-, κι έτσι αντίθετα με το ιστορικό συμβάν, «δεν δείχνεται παρά μόνο αυτοδιδόμενη».
Τέλος, είναι ένα φαινόμενο ακοίταχτο γιατί δεν εκφράζει καμία σχέση προς τη γνωστική ικανότητα όπως συμβαίνει με τις καντιανές κατηγορίες του τρόπου.
Αυτές, ισχυρίζεται ο Μαριόν, προκαλούν την αλλοτρίωση του φαινομένου επειδή αυτό στερείται «φαινομενικής αυτονομίας εφ’όσον αρνείται, σύμφωνα με τις κατηγορίες της τροπικότητας, να δοθεί σ’ αυτόν που θα έρθει να το δει», και έτσι «αφήνεται να συγκροτηθεί από εκείνον που προηγείται αυτού και το προβλέπει. Τί όμως συμβαίνει όταν ένα φαινόμενο δεν συναρτάται με τη δύναμη της γνωστικής ικανότητας του Εγώ; Ο Κάντ θα έλεγε ότι ένα τέτοιο φαινόμενο δεν θα εμφανιζόταν καν. Ο Μαριόν όμως αντιτάσει: η αδυνατότητα αντικειμενοποίησης δεν συνεπάγεται την αδυναμία οποιασδήποτε εμφάνισης, γιατί ένα κορεσμένο φαινόμενο μπορεί να είναι ορατό αλλά να μην κοιτάζεται - να μην αποτελεί αντικείμενο παρατήρησης - όταν επιβάλλεται στο βλέμμα με την πλησμονή της εποπτείας, και, άρα, όταν δεν ανάγεται στην όρους της εμπειρίας. Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι το Εγώ που συγκροτεί το φαινόμενο αλλά το Εγώ που αισθάνεται ότι συγκροτείται απ’ αυτό . Αυτό τον τελευταίο τύπο ο Μαριόν θα τον ονομάσει εικόνα που «δεν προσφέρει κανένα θέαμα στο βλέμμα ούτε και ανέχεται το βλέμμα κανενός θεατή, αλλά τουναντίον, με την σειρά της απευθύνει το δικό της βλέμμα επάνω σ’όποιον την αντιμετωπίζει,» ενώ «ο παρατηρών παίρνει τη θέση του παρατηρούμενου.» Είναι «το βλέμμα του άλλου» που «δεν σου δίνεται για να το δεις αλλά για το αντέξεις».
Εδώ εγείρεται το κρίσιμο ερώτημα:μπορεί το κορεσμένο φαινόμενο, μέσω των τεσσάρων τύπων του, να αγγίξει ένα maximum; Tο ερώτημα αυτό συμφύεται με την υπόθεση του Θεού. Επαναθέτοντας το μορφοποιείται ως: μπορεί η φαινομενικότητα να φτάσει σε αυτό το σημείο, ή, είναι δυνατή μια τέτοια φαινομενικότητα; Η αναζήτηση του ερωτήματος αυτού, ισυχυρίζεται ο Μαριόν, προ’υ’ποθέτει ότι: το έσχατον τούτο είναι ένα φαινόμενο, και, δεύτερον, ότι παραμένει ως τέτοιο η τελευταία δυνατότητα. Ο Μαριόν πιστεύει ότι αυτοί οι δύο όροι πληρούνται στο φαινόμενο της αποκάλυψης, γιατί σε αυτό ενυπάρχουν οι τέσσερεις προαναφερθέντες τύποι: η αποκάλυψη δίνεται ως ιστορικό συμβάν, ως είδωλο, ως σάρκα και ως εικόνα (πρόσωπο). Κατά συνέπεια υπάρχει σαν ένας δεύτερος βαθμός κορεσμού και σαν το παράδοξο μιας δυνατότητας και μόνον ως τέτοιας. Συνοπτικά, ο γάλλος φιλόσοφος πιστεύει και τεκμηριώνει την άποψη ότι στην μορφή του Χριστού βρίσκουμε τους τέσσερεις τύπους του κορεσμένου φαινομένου και την ένταση του.
Είναι σε αυτό το σημείο που ολοκληρώνεται η μακρα πορεία του Μαριόν από την πρώτη πραγματεία στη δεύτερη. Δεν είναι όμως τυχαίο ότι τέσσερα χρόνια αργότερα, το 2001, εκδίδεται το εξίσου σημαντικό πόνημα Επιπροσθέτως. Για να εξυγιάνει και να διευρύνει σε αυτό τις θέσεις που είχε ήδη αναπτύξει στα δύο προηγούμενα βιβλία του πάνω στην έννοια του κορεσμένου φαινομένου του δοσμένου της δωρεάς, και της αποκάλυψης. Η κρισιμότητα έγκειται πάντα στην εξής στόχευση:να απαλλαγεί η φαινομενολογική σκέψη από τα προβλήματα που εγείρουν στον στοχασμό οι έννοιες της κενής και της πεπληρωμένης απόβλεψης (Παρουσία και Απουσία), επανακαθορίζοντας το υποκείμενο ως τον μάρτυρα της δωρεάς (παραδομένος-adonne).
Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου μπορεί να διαβαστεί σαν ένα εγκώμιο του συγγραφέα στην παράδοση της φαινομενολογίας. Oυσιαστικά μέσα σε αυτό δίνεται η ώθηση για τα επόμενα πέντε που ανατέμνουν την κεντρική προβληματική του. Ο Μαριόν έχει την άποψη ότι ούτε ο Αριστοτέλης με την ουσία, ούτε η causa των Μεσαιωνικών ή η νόηση του Καρτέσιου και του Καντ μπορούν να προσεγγίσουν τις αλήθειες στις οποίες στοχεύουν. Επίσης όμως διατείνεται ότι η οδός για την πρώτη φιλοσοφία δεν είναι κλεισμένη ή αδιέξοδη, αλλά μας την δείχνει η φαινομενολογία ως έμπρακτη μαρτυρία του αξιώματος «όση αναγωγή, τόση δωρεά. Το ερώτημα συνεπώς είναι: πώς θα μπορούσε να διασφαλισθεί η προεξάρχουσα θέση της φαινομενολογίας ως πρώτης φιλοσοφίας αν δεν έχει δειχτεί εκ των προτέρων ότι το φαινόμενο διατηρεί αφ’εαυτού το μέτρο της ελευθερίας στην φανέρωσή του. Ο Μαριόν θα πεί και θα προσπαθήσει να επικεντρώσει όλη την προσοχή του σε αυτό: το ανθρώπινο υποκείμενο όχι ως κάποιο υπερβατολογικό ή εμπειρικό Εγώ αλλα ως το παραδομένο ή έκδοτο στο αυτοδιδόμενο φαινόμενο, που μέσω αυτού υποδέχεται τον εαυτό του. Και βάσει της θέσης αυτής θα ολοκληρώσει την έκθεση των κορεσμένων φαινομένων αντιστρέφοντας εκ νέου τις καντιανές κατηγορίες και ακόμα, δοκιμάζοντας ένα άλμα προς την θεολογία για να δείξει ότι το φαινόμενο της αποκάλυψης μπορεί να διατηρήσει την δυνατότητα να δίνεται μέσα σε μια εποπτεία, ως δηλαδή ένα αντικείμενο ενεργεία παρόν για εμάς κι όχι ως απόβλεψη εν τη απουσία του.
|
|  |  |  |  |
|
 |
| ΚΑΒΑΦΕΙΑ 2011 12 – 14 Δεκεμβρίου 2011 Από τον Χρήστο Παρίδη | 22/12/2011 |
|
 |
 |
Τα σοβαρά προβλήματα των δύο χωρών δεν στάθηκαν εμπόδιο να πραγματοποιηθεί και φέτος όπως κάθε δύο χρόνια ο σημαντικός θεσμός των Καβαφείων. Ένας θεσμός ο οποίος ξεκίνησε το 1983 και που έχει σαν στόχο την ανάδειξη και την μελέτη του έργου του σπουδαίου Αλεξανδρινού ποιητή αλλά και την σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας και Αιγύπτου. Εν μέσω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων της Ελλάδας και μόνιμης πολιτικής έντασης της Αιγύπτου, τα 12α Καβάφεια έλαβαν χώρα μεταξύ 12 και 14 Δεκεμβρίου 2011 στο Κάιρο για την απονομή των Διεθνών Βραβείων «Καβάφη», και στην Αλεξάνδρεια για το καθιερωμένο λογοτεχνικό συμπόσιο και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις.
Την απονομή των βραβείων στην Μικρή Αίθουσα της Όπερας του Καϊρου εγκαινίασε το βράδυ της Δευτέρας 12 Δεκεμβρίου ο πρέσβης της Ελλάδας στην Αίγυπτο κ. Χριστόδουλος Λάζαρης ενώ ο αιγύπτιος υφυπουργός πολιτισμού και ποιητής κ. Χοσάμ Νασσάρ εξήρε την μακρόχρονη φιλία και τον αλληλοσεβασμό που συνδέει τους δύο λαούς. Τα βραβεία «Καβάφη» δίνονται πάντα σε δύο ποιητές και σε δύο πεζογράφους Αιγυπτίους και Έλληνες αντίστοιχα, και σ’ έναν μεταφραστή, σύμφωνα με την κρίση δύο επιτροπών, μιας αιγυπτιακής και μιας ελληνικής. Φέτος, η αιγυπτιακή επιτροπή της οποίας πρόεδρος ήταν ο κ. Νασσάρ απένειμε βραβείο ποίησης στον Αμίν Χαντάτ, πολυσχιδή προσωπικότητα με μεγάλη λογοτεχνική δραστηριότητα που συμπεριλαμβάνει ακόμα και στίχους τραγουδιών της επανάστασης του περσινού Γενάρη, ενώ το βραβείο πεζογραφίας απενεμήθη στην συγγραφέα και ακτιβίστρια Άχνταφ Σουέιφ, γνωστή παγκοσμίως για το βιβλίο της «Ο χάρτης της Αγάπης». Δύο επιλογές που εκπλήσσουν, αν σκεφτεί κανείς ότι ακόμα εκκρεμούν τα περισσότερα από τα αιτήματα των νέων που βγήκαν στους δρόμους πέρυσι και που εξακολουθούν να σκοτώνονται στην πλατεία Ταχρίρ. Τέλος, βραβείο μετάφρασης δόθηκε στον Μπεσίρ Ελ Σεμπάι ο οποίος μεταφράζει από τη ρωσική, τη γαλλική και την αγγλική λογοτεχνία, ενώ δικό του πόνημα ήταν και ένας μικρός τόμος με ποίηση Καβάφη που μας διανεμηθεί κατά τη διάρκεια της τελετής. Η ελληνική επιτροπή, της οποίας πρόεδρος ήταν ο κ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος, απένειμε βραβείο ποίησης για το σύνολο της δουλειάς του στον Γιώργο Χρονά και το βραβείο πεζογραφίας στον Δημήτρη Στεφανάκη για το ιδιαίτερα επιτυχημένο του μυθιστόρημα «Μέρες Αλεξάνδρειας». Δόθηκαν και δύο τιμητικά βραβεία. Στον γιατρό και καθηγητή κ. Στέφανο Γερουλάνο για την συμβολή του στην διάδοση του έργου του Κωνσταντίνου Καβάφη, όπως ήταν πριν μερικά χρόνια όταν επιμελήθηκε την έκθεση με τίτλο « Νομίσματα και ποίηση: Ο Έλληνας ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933)» στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης της Βιέννης, η οποία παρουσιάστηκε και στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Επίσης, στον ποιητή Ρεφάατ Σαλάμ, ο οποίος είχε παραλάβει το βραβείο «Καβάφη» το 1993 αλλά τώρα τιμήθηκε για τη μεταφραστική του δουλειά για τα Άπαντα του Καβάφη που εκδόθηκαν πρόσφατα από το Δημόσιο Οργανισμό Κέντρων Πολιτισμού.
Η εκδήλωση συνεχίστηκε με ένα εκτενές αφιέρωμα στον απόντα Κωστή Μοσκώφ ο οποίος ως Μορφωτικός Σύμβουλος της Ελληνικής Πρεσβείας του Καϊρου από το 1991 μέχρι το θάνατο του το 1998 έδωσε μεγάλη σημασία στον θεσμό αναβαθμίζοντας τον και συμπληρώνοντας τον με το λογοτεχνικό συμπόσιο. Μίλησαν φίλοι του, όπως η συγγραφέας και δημοσιογράφος κα Χάλα Ελ Μπάντρυ, και τέλος προβλήθηκε τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ. Παρουσία της συζύγου του κας Πόπης Μοσκώφ, παρουσιάστηκε από τον κ. Χρίστο Παπαδόπουλο, διευθυντή του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καϊρου και την πολιτιστική σύμβουλο της πρεσβείας κα Μαριλένα Γρίβα το πρώτο αντίτυπο του δίγλωσσου βιβλίου «Κωστής Μοσκώφ» το οποίο συνέταξε η τελευταία και μετέφρασε στα αραβικά ο βραβευμένος με το βραβείο «Καβάφη» για μετάφραση του 2009, κ. Σαμουήλ Μπισάρα.
Η βραδιά έκλεισε με ρεσιτάλ μελοποιημένων ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη από τον Δημήτρη Μητρόπουλο, που ως γνωστό είναι και η μοναδική απόπειρα μελοποίησης ποιημάτων του που πρόλαβε να ακούσει ο ίδιος ο ποιητής εν ζωή. Τα «10 Inventions για φωνή και πιάνο» εκτέλεσε ο πιανίστας Θοδωρής Τζοβανάκης και ερμήνευσε η μέτζο Αγγελική Καθαρίου.
Την επόμενη ημέρα, Τρίτη 13 Δεκεμβρίου, αφού όλοι οι συμμετέχοντες μεταφερθήκαμε στην Αλεξάνδρεια, οι εκδηλώσεις ξεκίνησαν με τα εγκαίνια της έκθεσης της μόνιμης συλλογής έργων τέχνης του Μουσείου Καβάφη στους χώρους του Αβερώφειου όπου στεγάζεται το παράρτημα του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού. Ο διευθυντής του Ιδρύματος κ. Μανώλης Μαραγκούλης καλωσόρισε ένα πλήθος κόσμου -πάροικοι, ελληνομαθείς Αιγύπτιοι, καλεσμένοι και βραβευμένοι από την Ελλάδα-, παραδίδοντας στον πρέσβη κ. Λάζαρη και στον πρόξενο μας στην Αλεξάνδρεια κ. Χρήστο Καποδίστρια, το ψαλίδι για την κοπή της κορδέλας του εκθεσιακού χώρου. Η πρώτη πτέρυγα παραχωρήθηκε στο Κροάτη ζωγράφο Τανισλάβ Μαριάνοβιτς. Παράλληλα έγινε και η αποκάλυψη του πορτρέτου του ποιητή από την Θεσσαλονικιά ζωγράφο Δήμητρα Καμαράκη.
Την Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου, Έλληνες και Αιγύπτιοι συναντηθήκαμε σε μια από τις αίθουσες συνεδρίων της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης όπου ο Καβαφιστής κ. Δασκαλόπουλος προλόγισε και συντόνισε την ημερίδα – συμπόσιο. Αφού έκανε μια αναδρομή της πορείας του Κωνσταντίνου Καβάφη και της διεθνούς του αναγνώρισης και αξίας, έδωσε τη σκυτάλη στον κ. Γερουλάνο ο οποίος μας αποκάλυψε τα μυστικά πίσω από τις ενδελεχείς και υψηλής ακρίβειας περιγραφές του ποιητή όταν αναφέρεται στα περί τα διακόσια ιστορικά πρόσωπα. Με βασικό του επιχείρημα ότι ο Καβάφης δεν μπορεί παρά να είχε πρόσβαση σε αρχαία νομίσματα τόσο της συλλογής του Ελληνορωμαϊκού Μουσείου της Αλεξάνδρειας όσο και των συλλογών εύπορων Ελλήνων της εποχής του, παρουσίασε με τη βοήθεια φωτογραφικού υλικού, πλήθος παραδειγμάτων σε αντιπαράθεση με στίχους. Την ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αυτή προσέγγιση ακολούθησε ομιλία του κ. Στεφανάκη ο οποίος έκανε μια ανατομία του ποιητή «της σημειολογίας της ήττας και της παρακμής» όπως τον χαρακτήρισε. Τέλος, με την συνδρομή του κ. Σαμουήλ Μπισάρα, ο τιμημένος με το βραβείο «Καβάφη» 2009, Αλεξανδρινός ποιητής Ταλάτ Φουάτ μίλησε για την επιρροή του Καβάφη στην σύγχρονη αιγυπτιακή ποίηση. Ως εξέχων παράδειγμα ανέφερε έναν από τους κορυφαίους ποιητές της Αιγύπτου, τον Άμαλ Ντόνκολ, ο οποίος «δανείστηκε» την καβαφική ειρωνεία, τις ιστορικές αναφορές και τη συμβολοποίηση της μυθολογίας, με ιδιαίτερη επιτυχία και στο δικό του ποιητικό έργο.
Οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν ως είθισται, στο σπίτι – μουσείο Καβάφη επί της οδού Κ.Π. Καβάφη (οδός Λέψιους επί των ημερών του) όπου απαγγέλθηκαν ποιήματα του σε πολλές γλώσσες, αποδεικνύοντας την διεθνή απήχηση του έργου του. Το ποίημα που ακούστηκε περισσότερο απ’ όλα, εκτός από τα Ελληνικά στα Αραβικά, στα Γαλλικά, στα Ιταλικά, στα Γερμανικά και στα Κροατικά, ήταν «Η πόλις». Ίσως δείγμα των καιρών που διανύουμε.
Τα 12α Καβάφεια που για μια ακόμα φορά ανέδειξαν τον σπουδαιότερο και γνωστότερο Έλληνα ποιητή, πραγματοποιήθηκαν από την Ελληνική Πρεσβεία στην Αίγυπτο με συνδιοργανωτές, το Ελληνικό Πολιτιστικό Κέντρο Καϊρου και το παράρτημα Αλεξάνδρειας του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, χάρη στη συνδρομή και χρηματοδότηση του Υπουργείου Πολιτισμού της Αιγύπτου, του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας , των Ελληνικών κοινοτήτων Καϊρου και Αλεξάνδρειας, των Ελληνικών Προξενείων Καϊρου και Αλεξάνδρειας, και του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού.
|
|  |  |  |  |
|
 |
| Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον | 15/11/2011 |
|
 |
 |
Μεταξύ άλλων και Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον
«Οδός Πανός»
Τεύχος 154
Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011
Με αφιέρωμα στον Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον ανοίγει το χειμωνιάτικο τεύχος του περιοδικού. Σε χαλεπούς καιρούς, η ρομαντική φαντασία του Ρόμπερτ Λούις Μπάλφουρ Στήβενσον, όπως είναι το πλήρες όνομά του, με την προσθήκη και του μητρικού του επωνύμου, είναι ό,τι καλύτερο. Παρότι ως επετειακό έτος Στήβενσον εορτάστηκε, όσο εορτάστηκε εκτός Ελλάδος από τον αγγλόφωνο κόσμο, το 2010, κατά το οποίο συμπληρώθηκαν 160 χρόνια από τη γέννησή του. Όμως, πέρυσι, το περιοδικό τιμούσε στα τέσσερα τεύχη του, Καβάφη, Μπωντλαίρ, Απόστολο Καλδάρα και Ζυράννα Ζατέλη. Όπως και να έχει, στον Στήβενσον ταιριάζει ένα χειμωνιάτικο τεύχος. Στις 13 Νοεμβρίου γεννήθηκε και το κρύο τον κυνηγούσε εφ’ όρου ζωής, όπως θυμίζει η λαρισαία ποιήτρια Γλυκερία Μπασδέκη στο εισαγωγικό της κείμενο. Κατά διαστήματα, ωστόσο, διέφυγε από το υγρό κρύο του γενέθλιου Εδιμβούργου και άλλων βορείων τόπων και προς το τέλος, φαινόταν να έχει οριστικά γλιτώσει, καθώς, στα σαράντα του, εγκαταστάθηκε στη νήσο Σαμόα, απολαμβάνοντας το τροπικό κλίμα του νότιου Ειρηνικού. Αλλά μπορεί να διέφυγε του κρύου, όχι, όμως και του Χάροντα, που ήρθε αιφνιδιαστικά με μια εγκεφαλική αιμορραγία αντί με αιμοπτύσεις και επιδείνωση της φυματίωσης, όπως τον ανέμενε από τα χρόνια της εφηβείας του. Ο Στήβενσον, τελικά, παρέμεινε παιδί του χειμώνα. Χειμώνα γεννήθηκε και χειμώνα πέθανε, στις 3 Δεκεμβρίου 1894. Ανεξαρτήτως, πάντως, επετείων και εποχής, ο Στήβενσον, για όσους τον έχουν διαβάσει, είναι πάντα επίκαιρος ή, με άλλα λόγια, κλασικός.
“Από τα παιδικά μου χρόνια, ο Στήβενσον στάθηκε για μένα μια από τις μορφές της ευτυχίας”, ισχυριζόταν ο Μπόρχες. Και πράγματι, τα παιδιά του 20ου αιώνα, τουλάχιστον όσα γεννήθηκαν πριν το Μάη τού ’68 ή, στα καθ’ ημάς, πριν τη Μεταπολίτευση, συνέδεσαν με τα δικά του μυθιστορήματα και μερικών ακόμη, γάλλων και άγγλων συγγραφέων του 19ου αιώνα, το ρίγος της περιπέτειας, όπως το απολαμβάνει κανείς μέσα στην ασφαλή θαλπωρή της ανάγνωσης. Ωστόσο, ο χιμαιρικός ονειροπόλος συγγραφέας, που ζει σε ένα κόσμο φαντασίας, αφηγούμενος κατά τον πλέον ρεαλιστικό τρόπο εξωπραγματικές περιπέτειες και δίνοντας με αυτές υπόσταση σε ευφάνταστες ρομαντικές συλλήψεις, δεν είναι παρά η μια πλευρά του ιδιότυπου σκωτσέζου συγγραφέα, που υπήρξε ο Στήβενσον. Αυτή είναι η πλευρά, που έλαβαν υπόψη οι πρώτοι μοντέρνοι της Γηραιάς Αλβιώνος και τον υποβίβασαν σε συγγραφέα εφηβικών βιβλίων, εξαιρώντας τον από το διδασκόμενο “κανόνα” της λογοτεχνίας τους.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, εκείνη του μοντέρνου συγγραφέα, που εκτίμησαν ορισμένοι συγκαιρινοί του αγγλόφωνοι συγγραφείς, όπως ο λίγο μεγαλύτερός του Χένρυ Τζαίημς και o κάπως νεότερός του Τζόζεφ Κόνραντ. Αυτοί ήταν που τον ανέδειξαν. Καθιερώθηκε, ωστόσο, πολύ αργότερα, περίπου στα χρόνια που γεννιόνταν τα παιδιά μιας νέας εποχής, που δεν θα τα συγκινούσε ο ρομαντικός ρεαλισμός του. Αυτό, μεταφερόμενο και πάλι στα καθ’ ημάς, σημαίνει τα παιδιά, που δεν θα διάβαζαν «Κλασσικά Εικονογραφημένα» και που ποτέ δεν θα ανακάλυπταν «Το Νησί των Θησαυρών», «Το μαύρο βέλος» ή «Το κλεμμένο παιδί», που είναι το πρώτο “επεισόδιο” από το ρομαντικό του μυθιστόρημα «Οι περιπέτειες του Νταίηβιντ Μπάλφουρ». Κατά τα φαινόμενα, ο Μπάλφουρ είναι ένας ήρωας ιδιαίτερα προσφιλής στον Στήβενσον, για να του δίνει το επώνυμο της μητέρας του και έτσι να τον ορίζει εξ αίματος συγγενή του. Δυστυχώς, το δεύτερο “επεισόδιο” από τις περιπέτειες του Μπάλφουρ, το «Κατριόνα», που ο Στήβενσον έγραψε έξι χρόνια αργότερα, δεν πήρε τη μορφή «Κλασσικού Εικονογραφημένου». Ευτύχησε, ωστόσο, μεταφραστικά στα χέρια του Μπάμπη Λυκούδη. Όπως και να έχει, όταν ο Στήβενσον έπαιρνε τη θέση του στο πάνθεο της λεγόμενης “σοβαρής λογοτεχνίας”, οι έφηβοι στην Ελλάδα διάβαζαν πλέον κόμικς.
Ο μαέστρος της αφήγησης Στήβενσον, που επιδεικνύει τη δημιουργική του φαντασία στο χώρο του παράδοξου, παίρνει τη σκυτάλη από τον Έντγκαρ Άλλαιν Πόε. Σαν συνηγορία της φανταστικής τους σκυταλοδρομίας, θα μπορούσαν να ληφθούν τα διαδοχικά έτη, κατά τα οποία απεβίωσε ο πρώτος και γεννήθηκε ο δεύτερος, το 1849 και το 1850, αντίστοιχα. Τη συγγραφική τους συγγένεια εδραιώνουν περαιτέρω τα δύο αλληγορικά μυθιστορήματα, που ο Στήβενσον έγραψε μετά «Το Νησί των Θησαυρών», «Η παράξενη υπόθεση του Δρος Τζέκυλ και Κου Χάϋντ» και το λιγότερο γνωστό, «Ο άρχοντας του Μπάλλαντρε». Με θέμα την επικράτεια του Καλού, ανταγωνιστικής προς εκείνη του Κακού, συνιστούν πρώτες εκφάνσεις εννοιών της ψυχανάλυσης, όπως το διχασμένο Εγώ και η διαπάλη Υπερεγώ και Ασυνειδήτου. Προδρομικές συλλήψεις, αφού η ψυχανάλυση αναδύεται με την έκδοση του δοκιμίου του Φρόϋντ «Μελέτες για την Υστερία», που εκδόθηκε το 1895, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Στήβενσον.
Σαν συμπλήρωμα του μοντέρνου συγγραφέα Στήβενσον, υπάρχει μια λιγότερο γνωστή στα καθ’ ημάς πτυχή του, εκείνη του αρθρογράφου και δοκιμιογράφου, με τις συχνά ρηξικέλευθες για την εποχή του ιδέες. Να θυμίσουμε ότι στη σειρά «Στις πηγές της γνώσης» των εκδόσεων PRINTA, την οποία καταρτίζει ο Εμμανουήλ Καρτάκης, εκδόθηκε το 2005, το «Περί της ηθικής του συγγραφικού επαγγέλματος», και μαζί, στη μικρόσχημη σειρά του μητρικού εκδοτικού οίκου «ΡΟΕΣ», το «Για τον έρωτα και το γάμο». Ορισμένες από τις απόψεις του αποκτούν στη σημερινή συγκυρία ιδιαίτερη επικαιρότητα. Ο θετός γιος του, παιδί της αμερικανίδας συζύγου του από τον πρώτο της γάμο, Λόϋντ Όσμπορν, στην εισαγωγή του σε μια μεταθανάτια έκδοση ορισμένων εξαίρετων ιστοριών, που δικαίως τιτλοφορήθηκαν «Νέες χίλιες και μία νύχτες» και εκδόθηκαν σε δύο τόμους το 1882 και 1884, γράφει:
“Ο Στήβενσον μισούσε τον υλισμό. Θεωρούσε ότι ήταν ο μεγαλύτερος κίνδυνος κι η κατάρα του πολιτισμού μας –αυτός ο άνετος καλοθρεμμένος αυτάρεσκος υλισμός εναντίον του οποίου πάντοτε εξαπέλυε ύβρεις. Κανένας σοσιαλιστής δεν χρησιμοποίησε τη λέξη μπουρζουαζία με περισσότερη περιφρόνηση από αυτόν. Πίστευε πως τόσο οι κατώτερες όσο και οι ανώτερες τάξεις μπορούσαν να ενθουσιάζονται εξίσου με τα υψηλά ιδανικά, αλλά πως η μάζα της μεσαίας τάξης ήταν σχεδόν ανέλπιδα ανταγωνιστική προς την ανθρώπινη πρόοδο. Η αλόγιστη αυταρέσκειά της, η εκμετάλλευση του αβοήθητου, η υποκριτική της ηθικολογία, η καταπίεση των γυναικών, η ανελεύθερη στάση προς την τέχνη και τη λογοτεχνία, όλα αυτά αποτελούσαν γι’ αυτόν μια σειρά ασυγχώρητων προσβολών...” Για περισσότερα στην ελληνική έκδοση των δύο τόμων (το 1985 ο πρώτος, σε μετάφραση Τάσου Δενέγρη, δέκα χρόνια αργότερα ο δεύτερος, σε μετάφραση Παλμύρας Ισμυρίδου, από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ).
Πιθανώς, αυτές οι ιδέες του Στήβενσον, μαζί με το ρομαντισμό του να είλκυσαν τον εκδότη του περιοδικού, ωθώντας τον να αφιερώσει στον «Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον και το Εδιμβούργο του» το τρίτο τεύχος του τρέχοντος έτους. Όπου, στο πρώτο, συμπτωματικά ή μη, υπάρχει αφιέρωμα στον Πόε. Το ενδιάμεσο –διπλό τεύχος– μοιράζεται σε δύο γηγενείς τεθνεώτες. “Στον Παύλο Σιδηρόπουλο – 21 χρόνια από το θάνατό του” και στον Δημήτρη Λαλέτα– έξι μήνες από το θάνατό του. Παίζοντας με τις ημερολογιακές συμπτώσεις, θυμίζουμε τους πρόωρους θανάτους των τεσσάρων τιμώμενων από το περιοδικό κατά το 2011. Σαράντα επτά ετών ήταν ο Λαλέτας, σαράντα τεσσάρων ο Σιδηρόπουλος, ενώ, ούτε οι δύο μεγάλοι της λογοτεχνίας είχαν συμπληρώσει την πέμπτη δεκαετία του βίου τους– σαράντα ο Πόε, σαράντα τεσσάρων ο Στήβενσον.
Άραγε πρόκειται για το πρώτο αφιέρωμα του περιοδικού στον Στήβενσον; Δυστυχώς, η μνήμη μας δεν βοηθάει και οι βιβλιογραφήσεις δεν απασχολούν τους νεότερους. Κι όμως, ένα περιοδικό με 31ετή συνεχή παρουσία δικαιούται, αν δεν επιβάλλεται να έχει, τη βιβλιογραφία του. Ήταν το μακρινό 1981, που έμελλε να ταυτιστεί με την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ μετά τη συντριπτική νίκη του στις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου, όπου εξασφάλισε το 48% των ψήφων και 172 έδρες σε μια τρίχρωμη Βουλή. Είχε προηγηθεί, την 1η Ιανουαρίου 1981, η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εκείνο τον Ιανουάριο εμφανίστηκαν δύο λογοτεχνικά περιοδικά, που αποδείχθηκαν σθεναρότερα κομμάτων και θεσμών. Το «Οδός Πανός» και «Η Λέξη». Είναι δυο από τα μεταπολιτευτικά αθηναϊκά περιοδικά, που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα. Ένα τρίτο είναι «Το Δέντρο», που είχε προηγηθεί κατά μία τριετία. Από μιας αρχής, το «Οδός Πανός» στάθηκε έργο του Γιώργου Χρονά, του οποίου η αισθητική καθορίζει τη φυσιογνωμία του περιοδικού. Ενώ, «Η Λέξη» της διαρχίας Θανάση Νιάρχου- Αντώνη Φωστιέρη. «Το Δέντρο» παρουσίασε την ιδιαιτερότητα να ξεκινήσει το πρώτο τεύχος, Μάρτιο 1978, με έναν εκδότη, τον Κώστα Μαυρουδή, να προστεθεί στο επόμενο δεύτερος, ο Μιχάλης Γκανάς, και στο μεθεπόμενο, τρίτος, ο Γιάννης Πατίλης, αλλά, από το φθινοπωρινό, να επανέλθει η αρχική μοναρχία, η οποία και κράτησε μέχρι και το 1982, για να προκύψει και σε αυτό, διαρχία εκδοτών. Ένα τέταρτο είναι το «Πλανόδιον», που ξεκίνησε το 1986 ο Πατίλης, αυτή τη φορά, μόνος του. Απαξάπαντες είναι ποιητές της γενιάς του ’70. Ένας έκτος, από την ίδια ποιητική οικογένεια, είναι ο Κώστας Παπαγεωργίου, που ξεκίνησε το 1982 το «Γράμματα και Τέχνες», το οποίο, όμως, έκλεισε τον κύκλο του το 1998. Μάλλον δεν έχει δοθεί η ανάλογη προσοχή σε αυτό το σημαντικό πάρεργο των ποιητών της γενιάς της αμφισβήτησης, στο οποίο διοχέτευσαν ένα μέρος της αμφισβητητικής τους διάθεσης.
Η απορία, πάντως, σχετικά με την τύχη του Στήβενσον στον ελληνικό περιοδικό Τύπο παραμένει. Σύμφωνα με τη μοναδική βιβλιογραφία για “τεύχη –αφιερώματα” περιοδικών της Μάρθας Καρπόζηλου, δεν υπάρχει ούτε ένα αφιερωματικό τεύχος κατά τη μακριά περίοδο 1879-1997. Δημοσιεύονται μόνο σκόρπια διηγήματά του. Ωστόσο, τα δημοσιευμένα διηγήματά του, από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού, με το πρώτο, μόλις στα τέλη της δεύτερης δεκαετίας. Ωστόσο, κατ’ εξαίρεση, σε ένα περιοδικό, ο Στήβενσον έχει την τιμητική του. Πρόκειται για το μηνιαίο, «Φιλική Εταιρία», που κυκλοφόρησε κατά το πρώτο εξάμηνο του 1925, χωρίς όνομα εκδότη, με αναφορά μόνο του επιμελητή. Είναι ο Φώτης Κόντογλου και κατ’ ουσία συνιστά την ψυχή του περιοδικού. Σε αυτό δημοσίευσε σε πέντε συνέχειες (το τελευταίο τεύχος του περιοδικού είναι διπλό) τη μετάφραση μέρους από «Το Νησί των Θησαυρών». Πρόκειται για τα 12 πρώτα κεφάλαια και την αρχή του επόμενου (η λάθος αρίθμηση του δεύτερου, που αναγράφεται ως τρίτο, συνεχίστηκε και στα επόμενα, με αποτέλεσμα το ημιτελές να φέρεται ως το δέκατο τέταρτο). Το γεγονός ότι διακόπτεται η μετάφραση στη μέση κεφαλαίου, με την ένδειξη “Έχει συνέχεια”, δείχνει ότι η διακοπή έκδοσης του περιοδικού αποφασίστηκε ξαφνικά. Ο Αϊβαλιώτης Κόντογλου, γεννημένος ένα χρόνο μετά το θάνατο του Στήβενσον, νιώθει στον φανταστικό κόσμο του Στήβενσον σαν στο σπίτι του. Ζωγράφος, επωμισμένος με την εικονογράφηση του τεύχους, κοσμεί με δικά του σχέδια τη μετάφραση. Σε βιβλίο η μετάφραση εκδόθηκε το 1942 και πιθανολογείται από την Φρ. Αμπατζοπούλου, που γράφει το επίμετρο της επανέκδοσης του 1988, ότι έγινε από την πρώτη γαλλική μετάφραση του μυθιστορήματος.
Μένει η απορία, κατά πόσο είναι η πρώτη μετάφραση του μυθιστορήματος. Το σίγουρο είναι ότι, μέσα στον 19ο αιώνα, μεταφράστηκε μόνο ένα βιβλίο του Στήβενσον και αυτό δεν είναι «Το Νησί των Θησαυρών», αλλά «Η παράξενη υπόθεση του Δρος Τζέκυλ και Κου Χάϋντ», το 1893. Είχε προηγηθεί η δημοσίευση ενός διηγήματός του. Αν δεν πρόκειται για το πρώτο, σίγουρα είναι ανάμεσα στα πρώτα. Τέλος, να θυμίσουμε ότι ο Στήβενσον, εκτός από μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, ήταν και ποιητής. Δυο ποιήματά του προτίμησε να μεταφράσει ένα καθόλου τυχαίο πρόσωπο της ελληνικής λογοτεχνίας, ο Τέλλος Άγρας, προς το τέλος του Μεσοπολέμου.
Μ. Θεοδοσοπούλου
Λεζάντα φωτογραφίας: Ο κουρσάρος Φλίντ, πρωταγωνιστικό πρόσωπο στο «Νησί των Θησαυρών», όπως τον απέδωσε ως φυσιογνωμία ο Φώτης Κόντογλου, εικονογραφώντας τη μετάφραση του ομότιτλου μυθιστορήματος, που μέρος της δημοσίευσε σε συνέχειες στο βραχύβιο περιοδικό «Φιλική Εταιρία». Να σημειώσουμε, ότι αυτό το σχέδιο απουσιάζει από την αυτοτελή μετά έκδοση της μετάφρασης από τον Ι. Ζαχαρόπουλο. Πρόκειται για εξπρεσιονιστικών τόνων σχέδιο με μελάνι. Μαζί με άλλα σχέδια της ίδιας περιόδου, οριοθετεί τη στροφή του ενδιαφέροντος του Κόντογλου από την εικονογράφηση βιβλίων αποκλειστικά στη ζωγραφική.
|
|  |  |  |  |
|
 |
| ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ | 15/11/2011 |
|
 |
 |
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ-ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Έκθεση ζωγραφικής
του Δημήτρη Λαλέτα
στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Φαρφουλάς, Μαυρομιχάλη 18, Αθήνα
Εγκαίνια έκθεσης Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011, ώρα 7.00 μ.μ.
Διάρκεια έκθεσης: από Τρίτη 22 Νοεμβρίου έως Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011
Ο ζωγράφος Δημήτρης Λαλέτας (1964-2011)
Ο Δημήτρης Λαλέτας, γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη στις 14 Οκτωβρίου του 1964. Ήρθε στην Αθήνα 25 χρονών, το 1990, και ήταν ο ζωγράφος του περιοδικού και των εκδόσεων Οδός Πανός σχεδιάζοντας το σήμα τους με τον Πάνα. Εργάστηκε 20 χρόνια στις ομώνυμες εκδόσεις και μετέφρασε στις ίδιες εκδόσεις Εγγλέζικα συγκροτήματα χωρίς να πάρει ποτέ αρνητική κριτική. Ήταν η καλλιτεχνική ψυχή, το ήθος, η τέχνη, η ευγένεια των εκδόσεων.
Στα έργα του απεικόνιζε πρόσωπα αντρών, γυναικών, παιδιών. Η φύση δεν λείπει από αυτά γιατί μεγάλωσε στην Αλεξανδρούπολη όπου ο Φάρος της και τα γύρω χωράφια, τα δέντρα, τα ποτάμια, με το Δέλτα του Έβρου, το λιμάνι της δεν απείχαν πολύ.
Την τελευταία του σειρά έργων, που παρουσίασε, την ονόμασε Νυχτερινά, όπου στο σκότος απεικονίζονται άλογα με τους αναβάτες να τα κρατούν από το χαλινάρι.
Έκανε ατομικές εκθέσεις στο Μπιλιέτο Παιανίας, στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση, στην Βαβέλ, και σε ομαδικές στην Γκαλερί Κ-Art, Βαβέλ. Ζωγραφική του και σχέδια δημοσιεύτηκαν στην LIFO, Symbol κ.α. Ήταν μόνιμος συνεργάτης στη Βιβλιοθήκη-Καταφύγιο θηραμάτων, στην Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία, από τον Μάρτιο του 2009.
Έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 31 Μαρτίου 2011. Αυτή η έκθεση με 13 πίνακες και ημερολογιακά σχέδιά του από όλες τις περιόδους, στο βιβλιοπωλείο Φαρφουλάς, είναι η πρώτη που γίνεται μετά το ταξίδι του στον Σείριο και γίνεται σ’ ένα χώρο που θα του άρεσε.
Για τον Δημήτρη Λαλέτα και το έργο του θα μιλήσουν στα εγκαίνια της έκθεσης στις 8.00 μ.μ. ο ηθοποιός Γιώργος Δεμερτζής, ο τραγουδιστής Γιάννης Παλαμίδας και ο ποιητής Γιώργος Χρονάς.
|
|  |  |  |  |
|
|
 |
|
|